2.43

Βιασάμενοι δὲ ὅμως τὴν ὕλην ἀφικόμεθα ἐς τὸ ὕδωρ, καὶ πάλιν ὁμοίως καθέντες τὴν ναῦν ἐπλέομεν διὰ καθαροῦ καὶ διαυγοῦς ὕδατος, ἄχρι δὴ ἐπέστημεν χάσματι μεγάλῳ ἐκ τοῦ ὕδατος διεστῶτος γεγενημένῳ, καθάπερ ἐν τῇ γῇ πολλάκις ὁρῶμεν ὑπὸ σεισμῶν γενόμενα διαχωρίσματα. ἡ μὲν οὖν ναῦς καθελόντων ἡμῶν τὰ ἱστία οὐ ῥᾳδίως ἔστη παρ᾽ ὀλίγον ἐλθοῦσα κατενεχθῆναι. ὑπερκύψαντες δὲ ἡμεῖς ἑωρῶμεν βάθος ὅσον σταδίων χιλίων μάλα φοβερὸν καὶ παράδοξον· εἱστήκει γὰρ τὸ ὕδωρ ὥσπερ μεμερισμένον· περιβλέποντες δὲ ὁρῶμεν κατὰ δεξιὰ οὐ πάνυ πόρρωθεν γέφυραν ἐπεζευγμένην ὕδατος συνάπτοντος τὰ πελάγη κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν, ἐκ τῆς ἑτέρας θαλάττης εἰς τὴν ἑτέραν διαρρέοντος. προσελάσαντες οὖν ταῖς κώπαις κατ᾽ ἐκεῖνο παρεδράμομεν καὶ μετὰ πολλῆς ἀγωνίας ἐπεράσαμεν οὔποτε προσδοκήσαντες.

τοῖσιν ἐρχομένοισιν: epic dat. pl., “to them going”

ὑλήεντα διὰ πλόον: “through a forest voyage”

βιασάμενοι: ao. part. of βιάζομαι, “having forced our way through”

ἀφικόμεθα: ao. of ἀφικνέομαι, “we arrived”

καθέντες: ao. part. of κατα-ἵημι, “having set down”

ἐπέστημεν: ao. intrans. of ἐπι-ἵστημι, “until we stood”

γεγενημένῳ: perf. part. of γίγνομαι, modifying χάσματι, “a chasm made by”

διεστῶτος: perf. part. gen. s. of δια-ἵστημι modifying ὕδατος “water dividing”

ὑπὸ σεισμῶν γενόμενα: ao. part. of γίγνομαι, “made by earthquakes”

καθελόντων ἡμῶν: ao. part. of κατα-αἱρέω, gen. abs., “while we took down”

οὐ ῥᾳδίως ἔστη: ao. of ἵστημι, “did not easily come to a stop”

παρ᾽ ὀλίγον ἐλθοῦσα: ao. part. nom. s. f. of ἔρχομαι, “having come close”

κατενεχθῆναι: ao. pas. inf. of κατα-φέρω, “to being brought down”

ὑπερκύψαντες: ao. part. of ὑπερ-κύπτω, “peering over”

ἑωρῶμεν: impf. of ὁράω, “we saw”

εἱστήκει: plupf. of ἵστημι, “stood”

μεμερισμένον: perf. part. of μερίζω, “cut in two”

γέφυραν ἐπεζευγμένην: perf. part. pas. of ἐπι-ζεύγνυμι, “a bridge yoking together” 

ὕδατος: “(made) of water”

συνάπτοντος, διαρρέοντος: pr. part. gen. s. of συν-ἄπτω and  δια-ῥέω, modifying ὕδατος, “joining, flowing”

κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν: “along the surface”

προσελάσαντες: ao. part. of προσ-ἐλαύνω, “having rowed forward”

παρεδράμομεν: ao. of παρα-τρέχω, “we ran into”

ἐπεράσαμεν: ao. of περάω, “we crossed”

οὔποτε προσδοκήσαντες: ao. of προσ-δοκέω, “not ever expecting (that we would)"

ὑλήεις, -εσσα, -εν: woody, wooded

πλόος, ὁ: a sailing, voyage

βιάζω: to constrain

ὕλη, ἡ: a forest

καθίημι: to send down, let fall

καθαρός: clear of dirt, clean, spotless

διαυγής, -ές: transparent

ἄχρι: to the uttermost, utterly

ἐφίστημι: to set or place upon

χάσμα, -ατος, τό: a chasm, gulf

διίστημι: to set apart, to place separately, separate

σεισμός, ὁ: a shaking, shock

διαχώρισμα, -ατος, τό: a cleft, division

καθαιρέω: to take down

ἱστίον, τό: any web, a sail

ῥᾳδίως: easily

καταφέρω: to bring down

ὑπερκύπτω: to stretch and peep over

βάθος: depth or height

χίλιοι, -αι: a thousand

φοβερός, -ά, -όν: fearful

παράδοξος, -ον: incredible, paradoxical

μερίζω: to divide, distribute

περιβλέπω: to look round about

δεξιός, -ά, -όν: on the right hand or side

πόρρωθεν: from afar

γέφυρα: a dyke, dam or mound

ἐπιζεύγνυμι: to join at top

συνάπτω: to tie or bind together, to join together, unite

πέλαγος, -εος, τό: the sea

ἐπιφάνεια, τά: manifestation, surface

διαρρέω: to flow through

προσελαύνω: to drive or chase to

κώπη, ἡ: the handle of an oar

παρατρέχω: to run by or past

ἀγωνία, ἡ: a contest, struggle for victory

ἐπιρραίνω: to sprinkle upon or over

προσδοκάω: to expect

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-2/2-43