2.37

ἕωθεν δὲ ἀνηγόμεθα σφοδρότερον κατιόντος τοῦ πνεύματος· καὶ δὴ χειμασθέντες ἡμέρας δύο τῇ τρίτῃ περιπίπτομεν τοῖς Κολοκυνθοπειραταῖς. ἄνθρωποι δέ εἰσιν οὗτοι ἄγριοι ἐκ τῶν πλησίον νήσων λῃστεύοντες τοὺς παραπλέοντας. τὰ πλοῖα δὲ ἔχουσι μεγάλα κολοκύνθινα τὸ μῆκος πήχεων ἑξήκοντα· ἐπειδὰν γὰρ ξηράνωσι τὴν κολόκυνθαν, κοιλάναντες αὐτὴν καὶ ἐξελόντες τὴν ἐντεριώνην ἐμπλέουσιν, ἱστοῖς μὲν χρώμενοι καλαμίνοις, ἀντὶ δὲ τῆς ὀθόνης τῷ φύλλῳ               τῆς κολοκύνθης. προσβαλόντες οὖν ἡμῖν ἀπὸ δύο πληρωμάτων ἐμάχοντο καὶ πολλοὺς κατετραυμάτιζον βάλλοντες ἀντὶ λίθων τῷ σπέρματι τῶν κολοκυνθῶν. ἀγχωμάλως δὲ ἐπὶ πολὺ ναυμαχοῦντες περὶ μεσημβρίαν εἴδομεν κατόπιν τῶν Κολοκυνθοπειρατῶν προσπλέοντας τοὺς Καρυοναύτας. πολέμιοι δὲ ἦσαν ἀλλήλοις, ὡς ἔδειξαν· ἐπεὶ γὰρ κἀκεῖνοι ᾔσθοντο αὐτοὺς ἐπιόντας, ἡμῶν μὲν ὠλιγώρησαν, τραπόμενοι δὲ ἐπ᾽ ἐκείνους ἐναυμάχουν.

ἀνηγόμεθα: impf. of ἀνα-ἄγω, “we put to sea”

κατιόντος τοῦ πνεύματος: pr. part. of κατα-ἔρχομαι, gen abs., “the wind rising”

καὶ δὴ χειμασθέντες: ao. part. of χειμάζω, “in fact, being storm-tossed”

ἡμέρας δύο τῇ τρίτῃ: acc. and dat. of time, "for two days and on the third"

Κολοκυνθοπειραταῖς: dat. pl., “Pumpkin pirates”

τοὺς παραπλέοντας: “those sailing by”

ἐπειδὰν ξηράνωσι: ao. subj. of ξηραίνω, indef. temp. clause, “whenever they dry out”

κοιλάναντες: ao. part. of κοιλαίνω, “having hollowed”

ἐξελόντες: ao. part. of ἐξ-αἱρέω, “having removed”

καλαμίνοις, τῷ φύλλῳ: datives of means after χρώμενοι, “using reeds, using the leaf”

προσβαλόντες: ao. part. of προσ-βάλλω, “having attacked”

πληρωμάτων: “from two groups,” (i.e., “crews”)

κατετραυμάτιζον: impf. of κατα-τραυματίζω, “they wounded”

τῷ σπέρματι: dat. of means, “with the seed”

εἴδομεν: ao. of ὁράω, “we saw”

τοὺς Καρυοναύτας: “the Nut-sailors”

ὡς ἔδειξαν: “as they showed (by their actions)”

ᾔσθοντο: ao. of αἰσθάνομαι, “they perceived”

αὐτοὺς ἐπιόντας: pr. part of ἐπι-ἔρχομαι in ind. st. after ᾔσθοντο, “that they were attacking”

ὠλιγώρησαν: ao. of ὀλιγωρίζω, “they ignored”

τραπόμενοι: ao. part. of τρέπω, “having turned away”

ἕωθεν: from morning

ἀνάγω: to lead up

σφόδρα: very, much

χειμάζω: pass the winter

περιπίπτω: fall around or in with

ἄγριος, -α, -ον: living in the fields, rural

λῃστεύω: be a robber or pirate

παραπλέω: sail by or past

πλοῖον, τό: a floating vessel, a ship, vessel

κολοκύνθινος, -η, -ον: made from pumpkins

μῆκος, -εος: length

πῆχυς, ὁ: length of the fore-arm, cubit

ἑξήκοντα: sixty

ἐπειδάν: whenever

ξηραίνω: parch up, dry up

κολοκύνθη, -της, ἡ: a pumpkin

κοιλαίνω: make hollow, scoop out

ἐξαιρέω: take out of

ἐντεριώνη, ἡ: innermost part

ἐμπλέω: sail in

ἱστός, ὁ: anything set upright, mast

καλάμινος, -η, -ον: made of reed

ὀθόνη, ἡ: linen (used for sails)

φύλλον, τό: a leaf

προσβάλλω: strike or dash against

πλήρωμα, -ατος, τό: a full measure, crew

κατατραυματίζω: cover with wounds

σπέρμα, -ατος, τό: seed

ἀγχώμαλος, -ον: nearly equal, indecisive

ναυμαχέω: fight in a ship or by sea

μεσημβρία, ἡ: mid-day, noon

κατόπιν: behind, after

προσπλέω: sail towards or against

Καρυοναύτης, -ου, ὁ: one who sails in a nut-shell 

ὀλιγωρέω: esteem little or lightly

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-2/2-37