2.29

Μείνας δὲ κἀκείνην τὴν ἡμέραν, τῇ ἐπιούσῃ ἀνηγόμην τῶν ἡρώων παραπεμπόντων. ἔνθα μοι καὶ Ὀδυσσεὺς προσελθὼν λάθρᾳ τῆς Πηνελόπης δίδωσιν ἐπιστολὴν εἰς Ὠγυγίαν τὴν νῆσον Καλυψοῖ κομίζειν. συνέπεμψε δέ μοι ὁ Ῥαδάμανθυς τὸν πορθμέα Ναύπλιον, ἵν᾽ ἐὰν καταχθῶμεν ἐς τὰς νήσους, μηδεὶς ἡμᾶς συλλάβῃ ἅτε κατ᾽ ἄλλην ἐμπορίαν καταπλέοντας.

      Ἐπεὶ δὲ τὸν εὐώδη ἀέρα προϊόντες παρεληλύθειμεν, αὐτίκα ἡμᾶς ὀσμή τε δεινὴ διεδέχετο οἷον ἀσφάλτου καὶ θείου καὶ πίττης ἅμα καιομένων, καὶ κνῖσα δὲ πονηρὰ καὶ ἀφόρητος ὥσπερ ἀπὸ ἀνθρώπων ὀπτωμένων, καὶ ὁ ἀὴρ ζοφερὸς καὶ ὁμιχλώδης, καὶ κατέσταζεν ἐξ αὐτοῦ δρόσος πιττίνη· ἠκούομεν δὲ καὶ μαστίγων ψόφον καὶ οἰμωγὴν ἀνθρώπων πολλῶν. 

μείνας: ao. part of μένω, having remained”

κἀκείνην τὴν ἡμέραν: acc. of duration of time,“for that day”

ἀνηγόμην: impf. of ἀνα-ἄγω, “I put to sea”

τῶν ἡρώων παραπεμπόντων: gen. abs., “the heroes escorting me”

προσελθὼν: ao. part. of προσ-ἔρχομαι, “having approached”

λάθρᾳ τῆς Πηνελόπης: “secretly from Penelope”

εἰς Ὠγυγίαν: “to Ogygia,” the island of the nymph Calypso, where Odysseus was stranded for seven years (Odyssey 5)

Ναύπλιον: Nauplion was the legendary navigator of the Argonauts.

ἵνα μηδεὶς ἡμᾶς συλλάβῃ: subj. in neg. purpose clause, “lest someone arrest us”

ἐὰν καταχθῶημεν: ao. pas. subj. of κατα-ἄγω, more vivid or general protasis, “if (ever) we land”

ἅτε + part.: expressing the grounds for the action, “thinking that we were putting in”

κατ᾽ ἄλλην ἐμπορίαν: “for some other errand”

They encounter strong smells that presage the Island of the Damned.

προϊόντες: pr. part. of προ-ἔρχομαι, “going forward”

παρεληλύθειμεν: plupf. of παρα-ἔρχομαι, “we had passed”

διεδέχετο: impf. of διαδέχομαι, “was received”

ἀφόρητος: “insufferable”

κατέσταζεν: impf. of καταστάζω, “dripped”

παραπέμπω: send past, convey past or through

προσέρχομαι: come or go to

λάθρῃ: in Attic λάθρα; secretly, covertly

Πηνελόπεια, ἡ: Penelope

ἐπιστολή, ἡ: a message

Ὠγύγιος, -α, -ον: Ogygian

Καλυψώ: Calypso

συμπέμπω: send with or at the same time

πορθμεύς, -έως, ὁ: a ferryman

κατάγω: lead down (land)

ἐμπορία, ἡ: commerce, trade, traffic

καταπλέω: sail down

εὐώδης, -ες: sweet-smelling, fragrant

ἀήρ, ἀέρος, ὁ: air

παραλύω: release

ὀσμή, ἡ: a smell, scent, odour

διαδέχομαι: receive one from another

ἄσφαλτος, ἡ: asphalt, bitumen

θεῖον, τό: brimstone

πίττα, ης, ἡ: pitch

καίω: kindle, burn

κνῖσα: the savour and steam of burnt sacrifice

ἀφόρητος, -ον: intolerable, insufferable

ὀπτάω: roast, broil

ζοφερός, -ά, -όν: dusky, gloomy

ὀμιχλώδης, -ές: misty

καταστάζω: pour upon, shed over

δρόσος, ἡ: dew

πίττινος: like pitch

μάστιξ, -ιγος, ἡ: a whip, scourge

ψόφος, ὁ: a sound, noise

οἰμωγή, ἡ: loud wailing, lamentation

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-2/2-29