2.40

Περὶ δὲ τὸ μεσονύκτιον γαλήνης οὔσης ἐλάθομεν προσοκείλαντες ἀλκυόνος καλιᾷ παμμεγέθει· σταδίων γοῦν ἦν αὕτη ἑξήκοντα τὸ περίμετρον. ἐπέπλεεν δὲ ἡ ἀλκυὼν τὰ ᾡὰ θάλπουσα οὐ πολὺ μείων τῆς καλιᾶς. καὶ δὴ ἀναπταμένη μικροῦ μὲν κατέδυσε τὴν ναῦν τῷ ἀνέμῳ τῶν πτερῶν. ᾤχετο δ᾽ οὖν φεύγουσα γοεράν τινα φωνὴν προϊεμένη. ἐπιβάντες δὲ ἡμεῖς ἡμέρας ἤδη ὑποφαινούσης ἐθεώμεθα τὴν καλιὰν σχεδίᾳ μεγάλῃ προσεοικυῖαν ἐκ δένδρων μεγάλων συμπεφορημένην· ἐπῆν δὲ καὶ ᾡὰ πεντακόσια, ἕκαστον αὐτῶν Χίου πίθου περιπληθέστερον. ἤδη μέντοι καὶ οἱ νεοττοὶ ἔνδοθεν ἐφαίνοντο καὶ ἔκρωζον. πελέκεσιν γοῦν διακόψαντες ἓν τῶν ᾡῶν νεοττὸν ἄπτερον ἐξεκολάψαμεν εἴκοσι γυπῶν ἁδρότερον.

They bump into the floating nest of an enormous halcyon.

γαλήνης οὔσης: gen abs., “there being a stillness of the sea”

ἐλάθομεν: ao. of λανθάνω

προσοκείλαντες: ao. part. of προσ-κέλλω, with ἐλάθομεν, “we didn᾽t notice we᾽d run aground on...”

καλιᾷ παμμεγέθει: “a huge nest”

ἐπέπλεεν (= ἐπέπλει): impf. of ἐπι-πλέω, “was sailing”

μείων τῆς καλιᾶς: gen. of comparison, “smaller than the nest”

καὶ δὴ: “in fact”

ἀναπταμένη: ao. part. of ἀνα-πέτομαι, “rising in the air”

μικροῦ κατέδυσε: “almost sunk the ship,” lit. “by a little”

προϊεμένη: pr. part. of προ-ἵημι, “sending forth a cry”

ἐπιβάντες: ao. part. of ἐπι-βαίνω, “having gone ashore”

ἡμέρας ἤδη ὑποφαινούσης: gen. abs., “at day break”

προσεοικυῖαν: perf. part. in ind. st. after ἐθεώμεθα, “...that it looked like” + dat.

συμπεφορημένην: perf. part. pas. of συμ-φορέω, modifying καλιὰν, “having been put together”

ἐπῆν: impf. of ἐπι-εἰμι, “there were”

ᾠὰ: n. pl., “eggs”

περιπληθέστερον: “more full”

πελέκεσιν: dat. of means, “with axes”

διακόψαντες: ao. part. of δια-κόπτω, “cutting open”

ἐξεκολάψαμεν: ao. of ἐκ-κολάπτω, “we hatched out”

ἁδρότερον: “thicker”

 

μεσονύκτιος, -ον: of or at midnight

γαλήνη, ἡ: stillness of the sea, calm

προσοκέλλω: to run

ἀλκυών, -όνος, ἡ: the kingfisher

παμμεγέθης, -ες: enormous

γοῦν: at least then, at any rate, any way

ἑξήκοντα: sixty

περίμετρον, τό: the circumference

ἐπιπλέω: to sail upon or over

ἀλκυών, -όνος, ἡ: the kingfisher

ᾠόν, τό: an egg

θάλπω: to heat, soften by heat

μείων, -μηονος: less, smaller

καλιά, ἡ: a wooden dwelling, hut, nest

ἀναπέτομαι: to fly up, fly away

καταδύω: to sink

ἄνεμος, ὁ: wind

πτερόν, τό: feathers

οἴχομαι: to be gone, to have gone

γοερός, -ά, -όν: mournful, lamentable

προίημι: to send forth

ἐπιβαίνω: to go upon

ὑποφαίνω: to bring to light from under

θεάομαι: to look on, gaze at, view, behold

σχεδία, ἡ: a raft, float

προσέοικα: to be like, resemble

δένδρον, τό: a tree 

συμφορέω:  to gather, collect, heap up

πεντακόσιοι, -αι: five hundred

Χῖος, -α, -ον: Chian, of or from Chios

πίθος, ὁ: a wine-jar

περιπληθής, -ές: very full

νεοττός, οῦ, ὁ: a young bird, nestling, chick

ἔνδοθεν: from within

φαίνομαι: to appear, seem

κρώζω: to cry like a crow, caw

πέλεκυς, -εως, ἡ: an axe

διακόπτω: to cut in two, cut through

ἄπτερος, -ον: without wings, unwinged

ἐκκολάπτω: to scrape out

γύψ, ἡ: a vulture

ἁδρός, -ά, -όν: thick

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-2/2-40