33-35

[33] ἀφικόμενος τοίνυν δεῦρο ἔχων αὐτὴν ἀσελγῶς καὶ προπετῶς ἐχρῆτο αὐτῇ, καὶ ἐπὶ τὰ δεῖπνα ἔχων αὐτὴν πανταχοῖ ἐπορεύετο ὅπου πίνοι, ἐκώμαζέ τ᾽ ἀεὶ μετ᾽ αὐτοῦ, συνῆν τ᾽ ἐμφανῶς ὁπότε βουληθείη πανταχοῦ, φιλοτιμίαν τὴν ἐξουσίαν πρὸς τοὺς ὁρῶντας ποιούμενος. καὶ ὡς ἄλλους τε πολλοὺς ἐπὶ κῶμον ἔχων ἦλθεν αὐτὴν καὶ ὡς Χαβρίαν τὸν Αἰξωνέα, ὅτε ἐνίκα ἐπὶ Σωκρατίδου ἄρχοντος τὰ Πύθια τῷ τεθρίππῳ ὃ ἐπρίατο παρὰ τῶν παίδων τῶν Μίτυος τοῦ Ἀργείου, καὶ ἥκων ἐκ Δελφῶν εἱστία τὰ ἐπινίκια ἐπὶ Κωλιάδι. καὶ ἐκεῖ ἄλλοι τε πολλοὶ συνεγίγνοντο αὐτῇ μεθυούσῃ καθεύδοντος τοῦ Φρυνίωνος, καὶ οἱ διάκονοι οἱ Χαβρίου τράπεζαν παραθέμενοι.

[34] καὶ ὅτι ταῦτ᾽ ἀληθῆ λέγω, τοὺς ὁρῶντας ὑμῖν καὶ παρόντας μάρτυρας παρέξομαι. καί μοι κάλει Χιωνίδην Ξυπεταιόνα καὶ Εὐθετίωνα Κυδαθηναιᾶ. “Μαρτυρία

Χιωνίδης Ξυπεταιών, Εὐθετίων Κυδαθηναιεὺς μαρτυροῦσι κληθῆναι ὑπὸ Χαβρίου ἐπὶ δεῖπνον, ὅτε τὰ ἐπινίκια εἱστία Χαβρίας τῆς νίκης τοῦ ἅρματος, καὶ ἑστιᾶσθαι ἐπὶ Κωλιάδι, καὶ εἰδέναι Φρυνίωνα παρόντα ἐν τῷ δείπνῳ τούτῳ ἔχοντα Νέαιραν τὴν νυνὶ ἀγωνιζομένην, καὶ καθεύδειν σφᾶς αὐτοὺς καὶ Φρυνίωνα καὶ Νέαιραν, καὶ αἰσθάνεσθαι αὐτοὶ ἀνισταμένους τῆς νυκτὸς πρὸς Νέαιραν ἄλλους τε καὶ τῶν διακόνων τινάς, οἳ ἦσαν Χαβρίου οἰκέται.”

[35] ἐπειδὴ τοίνυν ἀσελγῶς προὐπηλακίζετο ὑπὸ τοῦ Φρυνίωνος καὶ οὐχ ὡς ᾤετο ἠγαπᾶτο, οὐδ᾽ ὑπηρέτει αὐτῇ ἃ ἐβούλετο, συσκευασαμένη αὐτοῦ τὰ ἐκ τῆς οἰκίας καὶ ὅσα ἦν αὐτῇ ὑπ᾽ ἐκείνου περὶ τὸ σῶμα κατεσκευασμένα ἱμάτια καὶ χρυσία, καὶ θεραπαίνας δύο, Θρᾷτταν καὶ Κοκκαλίνην, ἀποδιδράσκει εἰς Μέγαρα. ἦν δὲ ὁ χρόνος οὗτος ᾧ Ἀστεῖος μὲν ἦν ἄρχων Ἀθήνησιν, ὁ καιρὸς δ᾽ ἐν ᾧ ἐπολεμεῖθ᾽ ὑμεῖς πρὸς Λακεδαιμονίους τὸν ὕστερον πόλεμον.

Phrynion and Neaira then went to Athens, where she attended drinking parties at which her body was at the disposal of many men. Upset with how she was treated by Phrynion, she left for Megara, along with her clothing, jewelry, and female slaves.

33

χρτο ατ: “treated her.” The subject of the verb is Phrynion; see §31-32.

κώμαζε: the subject here is Neaira (the other verbs in this sentence have Phrynion as their subject).

συνν: “had intercourse with, had sex with” (LSJ σύνειμι1 II.2).

φιλοτιμίαν τν ξουσίαν πρς τος ρντας ποιούμενος: “making his privilege an object of envy in front of the onlookers” (LSJ ἐξουσία ΙΙΙ). Note the predicate position of φιλοτιμίαν.

ς: “at the house of” + acc.

π Σωκρατίδου ρχοντος: one way of reckoning years in Athens was by the name of that year’s eponymous archon; thus, “in the archonship of Sokratides”: 374/3 BCE

τ Πύθια: the Pythian Games were panhellenic festivals held every four years at the sanctuary of Apollo at Delphi.

ργείου: of the Greek city of Argos

εστία τ πινίκια: ”gave a feast to celebrate his victory.” εστία < ἑστιάω. πινίκια < adj. ἐπινίκιος; the plural substantive can mean, as here, “sacrifice for a victory or feast in honor of it.”

Κωλιάδι: at Kolias, a promontory on the bay of Phaleron, in Attica

συνεγίγνοντο ατ μεθυούσ: “had intercourse with her when she was drunk”

34

ΜαρτυρίαDilts 2009 brackets this whole passage as spurious, following Westermann.

κληθναι < καλέω

καθεύδειν: evidently = “went to bed,” as opposed to being asleep, since they claim to have noticed (αἰσθάνεσθαι αὐτοί) men visiting Neaira later.

35

προπηλακίζετο < προπηλακίζω, used figuratively to mean “to treat in an insulting fashion”

πηρέτει ατ βούλετο: “help her in the ways she wanted.” The language is vague. See LSJ ὑπηρετέω II.4.

ατο: take as genitive of possession with τά.

τ κ τς οκίας: the article is being used substantively here.

σα: modifies ἱμάτια καὶ χρυσία, which follow

περ τ σμα: i.e., Neaira’s body

χρυσία: gold jewelry

Θρτταν: Thratta is a common name for female slaves, meaning “Thracian.” Thrace was a regular source of slaves.

στεοςν ρχων: i.e., the year 373/2 BCE

θήνησιν: “in Athens,” locative adverb (G. 228, S. 341)

στερον πόλεμον: in 378, the Spartans tried to seize the Athenian port of Piraeus, and so Athens allied itself with Thebes (Sparta’s enemy). Peace was declared in 374, but war broke out again shortly thereafter and lasted until 371. The ὕστερος πόλεμος is the war that broke out in 374.

33

δερο: (to) here

σελγής: licentious, wanton

προπετής: fallen forward; reckless, out of control

δεπνον –ου τό: feast

πανταχο: in every direction, every way

κωμάζω: to go about with a party of revelers, to revel, make merry

σύνειμι συνέσομαι ––– ––– ––– –––: be with, live, have dealings with

μφανής –ές: clear, visible to the eye, manifest; (adv.) visibly, openly

πότε: when

πανταχο: everywhere

φιλοτιμία: love of distinction, ambition

ξουσία –ας : power, authority, resources

κμος : a village festival: a revel, carousal, merry-making

Χαβρίας: Chabrias

Αξωνεύς: of the deme Aixone

Σωκρατίδης: Sokratides

Πύθια: the Pythian games

τέθριππος –ον: with four horses abreast, four-horsed

πρίαμαι/νέομαι νήσομαι/νηθήσομαι πριάμην/ωνήθην ώνημαι: to buy

Μίτυς: Mitys

ργεος –η –ον: Argive, of or from Argos (Greece)

Δελφοί ν ο: Delphi, the Delphinians

στιάω: to receive at one's hearth

πινίκιος: of victory, triumphal

Κωλιάς: Kolias

συγγίγνομαι –γενήσομαι –εγενόμην –γέγονα: be in company with

μεθύω μεθύσω μέθυσα ––– μεμέθυσμαι μεθύσθην: to be drunken with wine

καθεύδω (imperf. ἐκάθευδον or καθηῦδον) καθευδήσω — — — —: to lie down to sleep, sleep

Φρυνίων: Phrynion

διάκονος -ου : a servant, messenger

τράπεζα –ης : a table, dinner

παρατίθημι παραθήσω παρέθηκα παρατέθηκα ––– παρετέθην: place beside, provide, set before

34

Χιωνίδης: Chionides

Ξυπεταιών: of the deme Xypete

Εθετίων: Euthetion

Κυδαθηναιεύς: of the deme Kydathenaion

μαρτυρία –ας : witness, testimony, evidence

μαρτυρέω μαρτυρήσω μαρτύρησα μεμαρτύρηκα μεμαρτύρημαι μαρτυρήθην: witness to

ρμα –ατος τό: chariot

Νέαιρα: Neaira

νυνί: now, at this moment

γωνίζομαι γωνισιομαι γωνισάμην ––– γώνισμαι γωνίσθην: to contend for a prize; to contend in court; (pass.) to be on trial

σφες: they

νίστημι νστήσω νέστησα (or νέστην) νέστηκα νέσταμαι νεστάθην: make stand, set up; stand up

οκέτης –ου : servant

35

προπηλακίζω προπηλακι προυπηλάκισα ––– προπεπηλάκισμαι προυπηλακίσθην: to bespatter with mud; mistreat insultingly

γαπάω γαπήσω γάπησα γάπηκα γάπημαι γάπηθην: love, show affection

πηρετέω πηρετήσω πηρέτησα πηρέτηκα πηρέτημαι πηρετήθην: to minister to, serve (+ dat.)

συσκευάζω: (mid.) to pack up baggage

μάτιον –ου τό: a cloak, mantle, outer garment

χρυσίον –ου τό: a piece of gold; gold jewelry

θεράπαινα –ης : a female servant, enslaved woman

Θρττα: Thratta

Κοκκαλίνη: Kokkalina

ποδιδράσκω ποδράσομαι πέδραν ποδέδρακα ––– –––: run away, run off

Μέγαρα: town of Megara

στεος: Asteios

θῆναι –ῶν αἱ: Athens

Λακεδαιμόνιος –α –ον: Spartan

article nav
Previous
Next

Suggested Citation

Deborah Kamen, Pseudo-Demosthenes: Against Neaira. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2018. ISBN: 978-1-947822-10-8.http://dcc.dickinson.edu/against-neaira/33-35