46-47

[46] συνελθόντες δ᾽ οὗτοι ἐν τῷ ἱερῷ, ἀκούσαντες ἀμφοτέρων καὶ αὐτῆς τῆς ἀνθρώπου τὰ πεπραγμένα, γνώμην ἀπεφήναντο, καὶ οὗτοι ἐνέμειναν αὐτῇ, τὴν μὲν ἄνθρωπον ἐλευθέραν εἶναι καὶ αὐτὴν αὑτῆς κυρίαν, ἃ δ᾽ ἐξῆλθεν ἔχουσα Νέαιρα παρὰ Φρυνίωνος χωρὶς ἱματίων καὶ χρυσίων καὶ θεραπαινῶν, ἃ αὐτῇ τῇ ἀνθρώπῳ ἠγοράσθη, ἀποδοῦναι Φρυνίωνι πάντα· συνεῖναι δ᾽ ἑκατέρῳ ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν· ἐὰν δὲ καὶ ἄλλως πως ἀλλήλους πείθωσι, ταῦτα κύρια εἶναι· τὰ δ᾽ ἐπιτήδεια τῇ ἀνθρώπῳ τὸν ἔχοντα ἀεὶ παρέχειν, καὶ ἐκ τοῦ λοιποῦ χρόνου φίλους εἶναι ἀλλήλοις καὶ μὴ μνησικακεῖν.

[47] ἡ μὲν οὖν γνωσθεῖσα διαλλαγὴ ὑπὸ τῶν διαιτητῶν Φρυνίωνι καὶ Στεφάνῳ περὶ Νεαίρας ταυτησὶ αὕτη ἐστίν. ὅτι δ᾽ ἀληθῆ λέγω ταῦτα, τούτων ὑμῖν τὴν μαρτυρίαν ἀναγνώσεται. κάλει μοι Σάτυρον Ἀλωπεκῆθεν, Σαυρίαν Λαμπτρέα, Διογείτονα Ἀχαρνέα. “Μαρτυρία

Σάτυρος Ἀλωπεκῆθεν, Σαυρίας Λαμπτρεύς, Διογείτων Ἀχαρνεὺς μαρτυροῦσι διαλλάξαι διαιτηταὶ γενόμενοι περὶ Νεαίρας τῆς νυνὶ ἀγωνιζομένης Στέφανον καὶ Φρυνίωνα· τὰς δὲ διαλλαγὰς εἶναι, καθ᾽ ἃς διήλλαξαν, οἵας παρέχεται Ἀπολλόδωρος.” “Διαλλαγαί

κατὰ τάδε διήλλαξαν Φρυνίωνα καὶ Στέφανον, χρῆσθαι ἑκάτερον Νεαίρᾳ τὰς ἴσας ἡμέρας τοῦ μηνὸς παρ᾽ ἑαυτοῖς ἔχοντας, ἂν μή τι ἄλλο αὐτοὶ αὑτοῖς συγχωρήσωσιν.”

The decision reached through arbitration was that Neaira should be free, that she should return to Phrynion nearly everything she took from his house, and that she should spend her time alternately with Phrynion and Stephanos.

46

ν τ ερ: arbitration could take place in various public locations; it is unclear which temple this is. Carey 1992: 110 says: “The venue would guarantee solemnity and freedom from interruption, besides of course providing space for the proceedings.”

μφοτέρων κα ατς τς νθρώπου: “from each man and from the woman herself.” See G. 509

πεφήναντο < ἀποφαίνομαι + γνώμην, “to declare an opinion”

νέμειναν < ἐμμένω (+ dat.); here, governs αὐτῇ (which refers back to γνώμην)

τν νθρωπον: ἄνθρωπος can be used in the feminine “contemptuously, of female slaves” or “with a sense of pity” (LSJ ἄνθρωπος II).

εναιποδοναισυνεναιεναιπαρέχεινεναιμνησικακεν: take all of these infinitives as part of the indirect statement introduced by ἀπεφήναντο γνώμην.

γοράσθη: ”were purchased” < ἀγοράζω

μέραν παρ’ μέραν: “day by day,” i.e., “alternating every day”

λλήλους πείθωσι: “persuade each other,” i.e., “agree” on some other arrangement.

κύρια: “binding”

τν χοντα εί: ἀεί can mean “at any given time”; here, “the one having [her] at any given time”

47

γνωσθεσα: “determined, pronounced” < γιγνώσκω (LSJ II.1)

διαλλαγή: “reconciliation”

ναγνώσεται: ”will read aloud” < ἀναγιγνώσκω; supply as subject the clerk in the courtroom.

διαλλάξαι: “arranged a reconciliation,” aor. act. infin. < διαλλάσσω

Διαλλαγαί: most scholars (cf. Carey 1992: 110-11) believe that this is not the genuine document issuing from the arbitration, since it doesn’t include all the terms of the arbitration (Kapparis 1999: 262-63). Dilts 2009 brackets it in his text, following Westermann.

χρσθαι: the verb (which takes the dative) can imply anything from spending time together to sexual intercourse. See LSJ χράομαι IV.b.

τς σας μέρας: “an equal number of days”

παρ αυτος: “at their respective houses”

46

συνέρχομαι συνελεύσομαι συνλθον συνελήλυθα ––– –––: go together, assemble, meet

ερόν –ο τό: temple

ποφαίνω ποφαν πέφηνα ποπέφηνα ποπέφασμαι πεφάν(θ)ην: display, produce

μμένω μμεν μέμεινα μμεμένηκα ––– –––: to abide by (dat.)

ξέρχομαι ξελεύσομαι ξλθον ξελήλυθα ––– –––: go/come out, go forth

μάτιον –ου τό: a cloak, mantle, outer garment

χρυσίον –ου τό: a piece of gold; gold jewelry

θεράπαινα –ης : a female servant, slavewoman

γοράζω γοράσω γόρασα γόρακα γόρασμαι γοράσθην: to be in the ἀγορά; buy in the market

σύνειμι συνέσομαι ––– ––– ––– –––: be with, live, have dealings with

πιτήδειος –α –ον: suitable, useful, (subst.) τὰ ἐπιτήδεια, necessaries, provisions; friendly, (subst.) ὁ ἐπιτήδειος, a close friend

φίλος –ου : friend

μνησικακέω μνησικακήσω μνησικάκησα: to remember wrongs done one, remember past injuries

47

διαλλαγή –ς : change, reconciliation

διαιτητής: an arbitrator, umpire

μαρτυρία –ας : witness, testimony, evidence

ναγιγνώσκω ναγνώσομαι νέγνων νέγνωκα νέγνωσμαι νεγνώσθην: to read aloud

λωπεκή: of the deme Alopeke

Σαυρίας: Saurias

Λαμπτρεύς: of Lamptrai (Attic deme)

Διογείτων: Diogeiton

χαρνεύς: inhabiting Acharnai

μαρτυρέω μαρτυρήσω μαρτύρησα μεμαρτύρηκα μεμαρτύρημαι μαρτυρήθην: witness to

διαλλάσσω: reconcile one to another; come to a negotiated settlement

γωνίζομαι γωνισιομαι γωνισάμην ––– γώνισμαι γωνίσθην: to contend for a prize; to contend in court; (pass.) to be on trial

οος –α –ον: such as, of what sort, like, (exclam.) what a!, how! ; οἷός τε (+infin.) fit or able to; οἷόν τε (+infin.) it is possible to

μείς μηνός : month

συγχωρέω συγχωρήσω συγεχώρησα συγκεχώρηκα συγκεχώρημαι συγεχώρηθην: to make a compromise, concede, yield

article nav
Previous
Next

Suggested Citation

Deborah Kamen, Pseudo-Demosthenes: Against Neaira. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2018. ISBN: 978-1-947822-10-8.http://dcc.dickinson.edu/against-neaira/46-47