18-20

[18] ἑπτὰ γὰρ ταύτας παιδίσκας ἐκ μικρῶν παιδίων ἐκτήσατο Νικαρέτη, Χαρισίου μὲν οὖσα τοῦ Ἠλείου ἀπελευθέρα, Ἱππίου δὲ τοῦ μαγείρου τοῦ ἐκείνου γυνή, δεινὴ δὲ καὶ δυναμένη φύσιν μικρῶν παιδίων συνιδεῖν εὐπρεπῆ, καὶ ταῦτα ἐπισταμένη θρέψαι καὶ παιδεῦσαι ἐμπείρως, τέχνην ταύτην κατεσκευασμένη καὶ ἀπὸ τούτων τὸν βίον συνειλεγμένη.

[19] προσειποῦσα δ᾽ αὐτὰς ὀνόματι θυγατέρας, ἵν᾽ ὡς μεγίστους μισθοὺς πράττοιτο τοὺς βουλομένους πλησιάζειν αὐταῖς ὡς ἐλευθέραις οὔσαις, ἐπειδὴ τὴν ἡλικίαν ἐκαρπώσατο αὐτῶν ἑκάστης, συλλήβδην καὶ τὰ σώματα ἀπέδοτο ἁπασῶν ἑπτὰ οὐσῶν, Ἄντειαν καὶ Στρατόλαν καὶ Ἀριστόκλειαν καὶ Μετάνειραν καὶ Φίλαν καὶ Ἰσθμιάδα καὶ Νέαιραν ταυτηνί.

[20] ἣν μὲν οὖν ἕκαστος αὐτῶν ἐκτήσατο καὶ ὡς ἠλευθερώθησαν ἀπὸ τῶν πριαμένων αὐτὰς παρὰ τῆς Νικαρέτης, προϊόντος τοῦ λόγου, ἂν βούλησθε ἀκούειν καί μοι περιουσία ᾖ τοῦ ὕδατος, δηλώσω ὑμῖν· ὡς δὲ Νέαιρα αὑτηὶ Νικαρέτης ἦν καὶ ἠργάζετο τῷ σώματι μισθαρνοῦσα τοῖς βουλομένοις αὐτῇ πλησιάζειν, τοῦθ᾽ ὑμῖν βούλομαι πάλιν ἐπανελθεῖν.

Narrative portion (διήγησις) of the speech, 18–84. It is unusually long for a διήγησις, but this digressiveness is characteristic of Apollodoros’ style.

Neaira was one of seven girls purchased and raised to be prostitutes by Nikarete, a freedwoman from Elis. She passed them off as her freeborn daughters, but then sold them when their earning days were over.

18

πτάταύτας παιδίσκας: no article is needed with the demonstrative when definite numbers are used (S. 1178).

κτήσατο: “purchased” as slaves

λείου: of Elis, a region in the Peloponnese

δεινήσυνιδεν: δεινός + infinitive = “clever, skilled at [doing something]”

καὶ δυναμένη: Dilts 2009, following Auger, brackets this as an explanatory gloss.

επρεπ: modifies the preceding φύσιν; for 3rd declension adjectives of the -ης/ες type, see S. 292.

συνιδεν < συνοράω (aor. συνεῖδον), “to discern with a keen eye” (Kapparis 1999: 208)

καὶ τατα: a common way of amplifying what’s come before; translate as “what’s more” or “in addition.”

τέχνην ταύτην κατεσκευασμένη: “making this her profession” (LSJ κατασκευάζω A.3)

πὸ τούτων: the demonstrative pronoun here is neuter.

βίον: here, “livelihood”

συνειλεγμένη < συλλέγω, “get, earn”

19

προσειποσα < προσεῖπον (used as second aorist of προσαγορεύω)

πράττοιτο: here with its middle sense “to obtain, to exact [money]” + double accusative (person and thing) (LSJ πράσσω VI)

πλησιάζειν: with a sexual sense: “to consort with”

λικίαν: Kapparis 1999 translates this as “flourishing youth” (214) or “prime youth” (215).

συλλήβδην: i.e., all of them (but not all at the same time)

σώματα: the word σῶμα is often used as a synonym for “slave,” since slaves were conceptualized as (mere) bodies. Here, however, the word σώματα is better taken as “bodies.” 

πέδοτο: “sold” (LSJ ἀποδίδωμι III)

Ἄντειαν καί...Νέαιραν: some of these prostitutes are mentioned in book 13 of Athenaeus’ Deipnosophistai; see Kapparis 1999: 208–209 for more detail.

20

ν μέν...καὶ ς: “which one...and how,” introducing indirect questions after δηλώσω below

ν βούλησθε: ἄν = ἐάν

δατος: that is, the water in the κλεψύδρα (water clock, see the excavated example from the Athenian Agora), used to measure time in court

πανελθεν < ἐπανέρχομαι, in speaking or writing, “to return to [a point]”

18

παιδίσκη –ης : a young girl, maiden

παιδίον –ου τό: achild

Νικαρέτη: Nikarete

Χαρίσιος: Charisios

λεος: from Elis

πελευθέρα : emancipated slave, freedwoman

ππίας (Ion. ππίης) : Hippias

μάγειρος: a cook

συνοράω: to see, perceive

επρεπής –ές: good-looking, pretty

πίσταμαι πιστήσομαι ––– ––– ––– πιστήθην: to know how to (+ infin.)

παιδεύω παιδεύσω παίδευσα πεπαίδευκα πεπαίδευμαι παιδεύθην: educate

μπειρος –ον: experienced in, acquainted with

συλλέγω συλλέξομαι συνέλεξα συνείλοχα συνείλεγμαι συνελέχθην (or συνελέγην): collect, get together

19

προσεπον, used as aor. 2 of προσαγορεύω and προσφωνέω; Εp. προσέειπον: to speak to one, address, accost

μισθός –οῦ : wages, pay, hire

πλησιάζω πλησιάσω πλησίασα πεπλησίακα ––– πλησιάσθην: to draw near

λικία –ας : time of life, age; generation

καρπόω καρπώσω κάρπωσα ––– κεκάρπωμαι καρπώθην: to bear fruit, produce; (middle) to enjoy the fruit of, reap a profit from + acc.

συλλήβδην: collectively, en masse

ντεια -ας : Anteia

Στρατόλα: Stratola

ριστόκλεια: Aristokleia

Μετάνειρα: Metaneira

Φίλα: Phila

σθμιάς: Isthmias

Νέαιρα: Neaira

20

λευθερόω λευθερώσω λευθέρωσα: free, set free

πρίαμαι/νέομαι νήσομαι/νηθήσομαι πριάμην/ωνήθην ώνημαι: to buy

πρόσειμι: approach

περιουσία: remainder, excess

μισθαρνέω ––– μισθάρνησα μεμισθάρνηκα ––– –––: to work

πανέρχομαι πανελεύσομαι/πάνειμι πανλθον πανελήλυθα: come back, return

article nav
Previous
Next

Suggested Citation

Deborah Kamen, Pseudo-Demosthenes: Against Neaira. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2018. ISBN: 978-1-947822-10-8.http://dcc.dickinson.edu/against-neaira/18-20