κομίζω, κομιῶ, ἐκόμισα, κεκόμικα, κεκόμισμαι, ἐκομίσθην

释义: 
κομίζω
释义: 
照顾,款待
词性: 
动词:-ω齿音词干
语义组: 
救助与安全
词频排序: 
442