κινέω, κινήσω, ἐκίνησα, κεκίνηκα, κεκίνημαι, ἐκινήθην

释义: 
κινέω
释义: 
使⋯⋯运动,促动,引发
词性: 
动词:缩合
语义组: 
运动
词频排序: 
172