ὑπάρχω, ὑπάρξω, ὑπῆρξα, ὑπῆργμαι, ὑπήρχθην

释义: 
ὑπάρχω
释义: 
存在, 在,属于;τὰ ὑπάρχοντα现状
词性: 
动词:-ω腭音词干
语义组: 
人性与存在
词频排序: 
122