καταλαμβάνω, καταλήψομαι, κατέλαβον, κατείληφα, κατείλημμαι, κατελήφθην

Search Lemma: 
καταλαμβάνω
DEFINITION: 
seize, catch up with, arrest, compel
Part of Speech: 
verb: -ω liquid stem
SEMANTIC GROUP: 
War and Peace
FREQUENCY RANK: 
381