παρέχω, παρέξω, παρέσχον, παρέσχηκα, impf. παρεῖχον

释义: 
παρέχω
释义: 
提供,呈献;允许,授予
词性: 
动词:-ω腭音词干
语义组: 
拿取与给与
词频排序: 
235