νικάω, νικήσω, ἐνίκησα, νενίκηκα, νενίκημαι, ἐνικήθην

释义: 
νικάω
释义: 
获胜,赢得
词性: 
动词:缩合
语义组: 
战争与和平
词频排序: 
346