λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα, λέλειμμαι, ἐλείφθην

释义: 
λείπω
释义: 
离开,留下,放弃
词性: 
动词:-ω唇音词干
语义组: 
运动
词频排序: 
437