1.38

ἐκείνην μὲν οὖν τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἐπηυλισάμεθα τῇ μάχῃ καὶ τρόπαιον ἐστήσαμεν ῥάχιν ξηρὰν δελφῖνος ἀναπήξαντες. τῇ ὑστεραίᾳ δὲ καὶ οἱ ἄλλοι αἰσθόμενοι παρῆσαν, τὸ μὲν δεξιὸν κέρας ἔχοντες οἱ Ταριχᾶνες - ἡγεῖτο δὲ αὐτῶν Πήλαμος - τὸ δὲ εὐώνυμον οἱ Θυννοκέφαλοι, τὸ μέσον δὲ οἱ Καρκινόχειρες· οἱ γὰρ Τριτωνομένδητες τὴν ἡσυχίαν ἦγον οὐδετέροις συμμαχεῖν προαιρούμενοι. ἡμεῖς δὲ προαπαντήσαντες αὐτοῖς παρὰ τὸ Ποσειδώνιον συνεμίξαμεν πολλῇ βοῇ χρώμενοι, ἀντήχει δὲ τὸ κύτος ὥσπερ τὰ σπήλαια. τρεψάμενοι δὲ αὐτούς, ἅτε γυμνῆτας ὄντας, καὶ καταδιώξαντες ἐς τὴν ὕλην τὸ λοιπὸν ἐπεκρατοῦμεν τῆς γῆς. 

τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα: S. 1582, G 538.

ἐπηυλισάμεθα: aor. of ἐπαυλίζω, "we bivouacked."

τῇ μάχῃ: "on the battlefield" (see Jerram ad loc.).

ἐστήσαμεν: aor. act. of ἵστημι, "we set up."

ἀναπήξαντες: aor. part. of ἀναπήγνυμι, "by fixing on a spit."

τῇ ὑστεραίᾳ: "on the next day" (sc. ἡμέρᾳ), (G. 527c; S. 1539 and 1540).

αἰσθόμενοι: aor. part. of αἰσθάνομαι, "after they heard (about this)."

τὴν ἡσυχίαν ἦγον: "they were staying out of the action," (ἡσυχίαν ἄγειν: keep quiet, be at rest).

προαπαντήσαντες: aor. part. of προαπαντάω, "having gone out to meet them."

συνεμίξαμεν: aor. 1 pl. of συμμίγνυμι, "we engaged (them)."

ἀντήχει: impf. of ἀντηχέω, "was resounding."

τὸ κύτος: "the hollow" (a scholarly emendation as the MSS have κῆτος "sea monster").

ἅτε γυμνῆτας ὄντας: "because they were light-armed" (S. 2085; G. 593a).

τὸ λοιπόν: for the future, thereafter (S. 1611; G. 540).

VERB LIST

ἐπαυλίζομαι: encamp on the field, bivouac

τρόπαιον, τό: a trophy

ῥάχις, -εως, ἡ: spine, backbone

ξηρός, -ά, -όν: dry

δελφίς, -ῖνος, ὁ: dolphin

ἀναπήγνυμι: transfix, fix on a spit

ὑστεραῖος, -α, -ον: following, next (sc. ἡμέρα)

δεξιός, - ά, -όν: right (side)

κέρας, κέρως, τό: horn, flank of an army

Ταριχᾶνες, οἱ: the Broilers

εὐώνυμος, -α, -ον: left (side)

Θυννοκέφαλοι, οἱ: the Tunny-headed ones

Καρκινόχειρες, οἱ: the Crab-handers

Τριτωνομένδητες, οἱ: the Mergoats

ἡσυχία, ἡ: quiet, rest, silence

οὐδέτερος, -α, -ον: neither of the two

συμμαχέω: be an ally with (+ dat.)

προαιρέω: bring forth; in mid. choose deliberately, prefer

προαπαντάω: go forth to meet

Ποσειδώνιον, τό: temple to Poseidon

συμμίγνυμι: mix together, engage (+ dat.)

βοή, ἡ: a loud cry, shout

ἀντηχέω: sound or sing in answer

κύτος, -ους, τό: a hollow

σπήλαιον, τό: a grotto, cave

γυμνής, -ῆτος, ὁ: a light-armed foot-soldier, slinger

καταδιώκω: pursue closely

ὕλη, ἡ: a forest

ἐπικρατέω: rule over (+ gen.)

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-1/1-38