1.37

ἡμεῖς δὲ τὴν ἔφοδον ὑποπτεύοντες ἐξοπλισάμενοι ἀνεμένομεν, λόχον τινὰ προτάξαντες ἀνδρῶν πέντε καὶ εἴκοσι. προείρητο δὲ τοῖς ἐν τῇ ἐνέδρᾳ, ἐπειδὰν ἴδωσι παρεληλυθότας τοὺς πολεμίους, ἐπανίστασθαι· καὶ οὕτως ἐποίησαν. ἐπαναστάντες γὰρ κατόπιν ἔκοπτον αὐτούς, καὶ ἡμεῖς δὲ αὐτοὶ πέντε καὶ εἴκοσι τὸν ἀριθμὸν ὄντες - καὶ γὰρ ὁ Σκίνθαρος καὶ ὁ παῖς αὐτοῦ συνεστρατεύοντο - ὑπηντιάζομεν, καὶ συμμίξαντες θυμῷ καὶ  ῥώμῃ διεκινδυνεύομεν. τέλος δὲ τροπὴν αὐτῶν ποιησάμενοι κατεδιώξαμεν ἄχρι πρὸς τοὺς φωλεούς. ἀπέθανον δὲ τῶν μὲν πολεμίων ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατόν, ἡμῶν δὲ εἷς ὁ κυβερνήτης, τρίγλης πλευρᾷ διαπαρεὶς τὸ μετάφρενον.

προείρητο: plup. 3 sg. pass. of προλέγω used impersonally, "it had been directed."

τοῖς ἐν τῇ ἐνέδρᾳ: "to the ones in the ambush," (S. 1153c).

ἐπειδὰν ἴδωσι: "whenever they saw," (S. 2410 and 2399a; G. 629).

ἴδωσι: aor. subj. of ὁράω.

παρεληλυθότας τοὺς πολεμίους: "that the enemy had gone by," perf. part. acc. pl. of παρέρχομαι used in indirect statement after a verb of perception (ἴδωσι) (S. 2112b).

ἐπανίστασθαι: pres. infin. of ἐπανίστημι in indir. command after προείρητο: "to fall upon them."

ἐπαναστάντες: aor. part. of ἐπανίστημι.

τὸν ἀριθμόν: "in number" (S. 1600 and 1601b).

καὶ γὰρ...καί: "since both he and his son..."

ὑπηντιάζομεν: impf. of ὑπαντιάζω, "met them head on."

συμμίξαντες: aor. part. of συμμίγνυμι, "engaging."

θυμῷ...ῥώμῃ: "with spirit and strength," datives of accompanying circumstance (S. 1527).

τέλος δέ:  "and finally" (S. 1606 and 1607).

τροπὴν αὐτῶν ποιησάμενοι: "putting them to flight," (idiom for routing an enemy: τροπήν τινος ποιεῖσθαι).

ἀπέθανον: aor. of ἀποθνήσκω, "died."

διαπαρεὶς τὸ μετάφρενον: aor. pass. part. nom. sg. > διαπείρω: "having been run through in the midriff" (S. 1601a).

VERB LIST

ἔφοδος, ἡ: approach, attack

ὑποπτεύω: suspect, anticipate

ἐξοπλίζω: arm completely; mid. stand in armed array, arm oneself

ἀναμένω: wait for, await

λόχος, ὁ: an armed band, body of troops

προτάσσω: place or post in front, station

προερέω: say beforehand, direct

ἐνέδρα, ἡ: a lying in wait, ambush

παρέρχομαι: go by, pass by

ἐπανίστημι: fall upon, attack

κατόπιν: from behind

κόπτω: strike, cut down

συστρατεύω: join in an expedition

ὑπαντιάζω: encounter, go to meet

συμμίγνυμι: mix together, engage with

ῥώμη, ἡ: bodily strength, strength, might

διακινδυνεύω: hazard all, make a desperate attempt

τροπή, ἡ: a turning, the turning about (of an enemy)

καταδιώκω: pursue closely

ἄχρι: all the way

φωλεός, ὁ: den, lair

ἑβδομήκοντα: seventy

κυβερνήτης, -ου, ὁ: pilot

τρίγλη, ἡ: the red mullet

πλευρά, ἡ: rib

διαπείρω: drive through, pierce

μετάφρενον, τό: the part behind the midriff, the back

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. http://dcc.dickinson.edu/lucian-true/book-1/1-37