τρέπω, τρέψω, ἔτρεψα, τέτροφα, ἐτράπην

释义: 
τρέπω
释义: 
转向,朝向某一事物; 击溃,击败; (被动态) 转向某一方向,行进
词性: 
动词:-ω唇音词干
语义组: 
运动
词频排序: 
432

Suggested Citation