τέμνω, τεμῶ, 2 aor. ἔτεμον, -τέτμηκα, τέτμημαι, ἐτμήθην

释义: 
τέμνω
释义: 
切,砍倒;切碎
词性: 
动词:-ω流音词干
语义组: 
战争与和平
词频排序: 
417