κατηγορέω, κατηγορήσω, κατηγόρησα, κατηγόρηκα, κατηγόρημαι, κατηγορήθην

Search Lemma: 
κατηγορέω
DEFINITION: 
a vorbi împotriva, a acuza (+gen.)
PARTE DE VORBIRE: 
verb: contras
GRUP SEMANTIC: 
Lege şi judecată
FREQUENCY RANK: 
431