κατασκευάζω, κατασκευάσω, κατεσκεύασα

释义: 
κατασκευάζω
释义: 
安排,装备,使⋯⋯准备好
词性: 
动词:-ω齿音词干
语义组: 
工作与闲暇
词频排序: 
397

Suggested Citation