1.22

 Ἃ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ διατρίβων ἐν τῇ σελήνῃ κατενόησα καινὰ καὶ παράδοξα, ταῦτα βούλομαι εἰπεῖν. πρῶτα μὲν τὸ μὴ ἐκ γυναικῶν γεννᾶσθαι αὐτούς, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν ἀρρένων· γάμοις γὰρ τοῖς ἄρρεσι χρῶνται καὶ οὐδὲ ὄνομα γυναικὸς ὅλως ἴσασι. μέχρι μὲν οὖν πέντε καὶ εἴκοσι ἐτῶν γαμεῖται ἕκαστος, ἀπὸ δὲ τούτων γαμεῖ αὐτός· κύουσι δὲ οὐκ ἐν τῇ νηδύϊ, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς γαστροκνημίαις· ἐπειδὰν γὰρ συλλάβῃ τὸ ἔμβρυον, παχύνεται ἡ κνήμη, καὶ χρόνῳ ὕστερον ἀνατεμόντες ἐξάγουσι νεκρά, θέντες δὲ αὐτὰ πρὸς τὸν ἄνεμον κεχηνότα ζῳοποιοῦσιν. δοκεῖ δέ μοι καὶ ἐς τοὺς Ἕλληνας ἐκεῖθεν ἥκειν τῆς γαστροκνημίας τοὔνομα, ὅτι παρ᾽ ἐκείνοις ἀντὶ γαστρὸς κυοφορεῖ. μεῖζον δὲ τούτου ἄλλο διηγήσομαι. γένος ἐστὶ παρ᾽ αὐτοῖς ἀνθρώπων οἱ καλούμενοι Δενδρῖται, γίνεται δὲ τὸν τρόπον τοῦτον. ὄρχιν ἀνθρώπου τὸν δεξιὸν ἀποτεμόντες ἐν γῇ φυτεύουσιν, ἐκ δὲ αὐτοῦ δένδρον ἀναφύεται μέγιστον, σάρκινον, οἷον φαλλός· ἔχει δὲ καὶ κλάδους καὶ φύλλα· ὁ δὲ καρπός ἐστι βάλανοι πηχυαῖοι τὸ μέγεθος. ἐπειδὰν οὖν πεπανθῶσιν, τρυγήσαντες αὐτὰς ἐκκολάπτουσι τοὺς ἀνθρώπους. αἰδοῖα μέντοι πρόσθετα ἔχουσιν, οἱ μὲν ἐλεφάντινα, οἱ δὲ πένητες αὐτῶν ξύλινα, καὶ διὰ τούτων ὀχεύουσι καὶ πλησιάζουσι τοῖς γαμέταις τοῖς ἑαυτῶν. 

The author gives an ethnographical report reminiscent of Ctesias and Herodotus.

ἃ δὲ ἐν τῷ μεταξύ...κατενόησα καινὰ καὶ παράδοξα: "as for the new and strange things which I observed in the interval." For the rel. pron. ἅ at the start of a sentence with the sense of "as for what," see S. 2494. For τῷ μεταξύ, see S. 1153.

κατενόησα: aor. of κατανοέω, "I observed."

ταῦτα: this concisely encapsulates and emphasizes the contents of the preceding relative clause (S. 1252; cf. S. 947).

τὸ μὴ γεννᾶσθαι: articular infin., "(the fact) that they are not born" (S. 2027; cf. S. 2035).

γεννᾶσθαι: aor. pass. infin. of γενvάω.

ἄρρεσι: dat. pl. with χρῶνται, "they use males."

καὶ οὐδὲ ὄνομα γυναικὸς ὅλως ἴσασι: "and they do not even know the word for 'woman.'"

ἴσασι: perf. 3 pl. of οἶδα, "they know."

πέντε καὶ εἴκοσι ἐτῶν: "twenty-five years (of age)," (S. 1327; cf. S. 1317).

ἀπὸ δὲ τούτων: "after these (years)" (ἀπό LSJ A.II).

γαμεῖται: "acts as wife" (vs. γαμεῖ "acts as husband").

γαστροκνημία, ἡ: "calf," (lit. "the belly of the leg").

ἐπειδὰν (ἐπειδή + ἄν) συλλάβῃ: "whenever he conceives" (S. 2410 and 2399a).

συλλάβῃ: aor. subj. of συλλαμβάνω, here "conceives."

ἀνατεμόντες: aor. part. nom. pl. of ἀποτέμνω, "having cut."

θέντες: aor. part. of τίθημι, "having placed."

κεχηνότα: perf. part. acc. pl. n. of χάσκω, modifying αὐτὰ (νεκρά), "(with mouths) gaping."

ἀντὶ γαστρὸς κυοφορεῖ: "instead of the belly, (the calf) becomes pregnant."

μεῖζον τούτου: "greater than this" (S. 1431).

διηγήσομαι: fut. "I will narrate."

οἱ καλούμενοι Δενδρῖται: "the so-called Arboreals" (S. 2049).

τὸν τρόπον τοῦτον: "in the following way" (S. 1606 and 1608).

ἀποτεμόντες: aor. part., "having cut off."

πηχυαῖοι τὸ μέγεθος: "a cubit long in size" (S. 1600 and 1601b).

ἐπειδὰν πεπανθῶσιν: general temporal clause, “whenever they have ripened” (S. 2410 and 2399a).

πεπανθῶσιν: aor. pass. subj. of πεπαίνω.

τρυγήσαντες: aor. part. of τρυγάω, "having harvested."

ὀχεύουσι: "they mount."

πλησιάζουσι: "they have intercourse."

VERB LIST

διατρίβω: spend time

σελήνη, ἡ: the moon

κατανοέω: observe

καινός, -ή, -όν: new, strange

παράδοξος, -ον: incredible, paradoxical

γεννάω: beget, give birth

ἄρρην (ἄρσην), -ενος, ὁ: the male

γάμος, ὁ: a wedding

οὐδὲ ὅλως: not at all

γαμέομαι: be married; act as wife

κύω: conceive

νηδύς, -ύος, ἡ: the belly

γαστροκνημίη, ἡ: the calf

συλλαμβάνω: collect, conceive

ἔμβρυον, τό: a fetus

παχύνω: thicken, fatten; pass. become thick

κνήμη, ἡ: the calf

ἀνατέμνω: cut open

ἐξάγω: lead out

νεκρός, -ά, -όν: dead

ἄνεμος, ὁ: wind

χάσκω: to have one's mouth open, yawn

ζῳοποιέω: bring to life

Ἕλληνες, οἱ: the Greeks

ἐκεῖθεν: from that place, thence

γαστήρ, -έρος, ἡ: the belly

κυοφορέω: be pregnant, become pregnant

μείζων, -ον (gen. -ονος): greater

Δενδρίτης, -ου, ὁ: an Arboreal

ὄρχις, -ιος (or -εως), ὁ: a testicle

ἀποτέμνω: cut off, sever

φυτεύω: plant

δένδρον, τό: a tree 

ἀναφύομαι: grow out, produce

σάρκινος, -η, -ον: of flesh

οἷον: like, as it were, so to speak

φαλλός, ὁ: a phallus

καρπός, ὁ: fruit

κλάδος, ου, ὁ: a branch

φύλλον, τό: a leaf

βάλανος, ἡ: an acorn

πηχυαῖος, -α, -ον: a cubit long

πεπαίνω: ripen

τρυγάω: gather

ἐκκολάπτω: shell out; hatch

αἰδοῖα, τά: the genitals

πρόσθετος, -ον: added on; artificial

ἐλεφάντινος, -η, -ον: of ivory

πένης, -ητος, ὁ: a poor man

ξύλινος, -η, -ον: wooden

ὀχεύω: cover; mount

πλησιάζω: bring near; have sex with (+ dat.)

γαμέτης, -ου, ὁ: a spouse, mate, partner

Article Nav
Previous
Next

Suggested Citation

Eric Casey, Stephen Nimis, and Evan Hayes, Lucian: True History, Book 1. Carlisle, Pennsylvania: Dickinson College Commentaries, 2014. ISBN: 978-1-947822-05-4. https://dcc.dickinson.edu/index.php/lucian-true/book-1/1-22