ὀνομάζω, ὀνομάσω, ὠνόμασα, ὠνόμακα, ὠνόμασμαι, ὠνομάσθην

释义: 
ὀνομάζω
释义: 
称呼
词性: 
动词:-ω齿音词干
语义组: 
写与说
词频排序: 
204