καθίστημι, καταστήσω, κατέστησα, κατέστην, καθέστηκα, plupf. καθειστήκη, κατεστάθην

释义
καθίστημι
释义
放下,安置;使⋯⋯变成⋯⋯,使⋯⋯处于某种情况
词频排序
272
词性
动词:以-μι结尾
Chinese, Simplified