καθίστημι, καταστήσω, κατέστησα, κατέστην, καθέστηκα, plupf. καθειστήκη, κατεστάθην

释义: 
καθίστημι
释义: 
放下,安置;使⋯⋯变成⋯⋯,使⋯⋯处于某种情况
词性: 
动词:以-μι结尾
语义组: 
工作与闲暇
词频排序: 
272