διαφέρω, διοίσω, 1 aor. διήνεγκα, 2 aor. διήνεγκον, διενήνοχα, διενήνεγμαι

释义: 
διαφέρω
释义: 
将…带到另一处;使…通过;散布;与…不同
词性: 
动词:-ω流音词干
语义组: 
工作与闲暇
词频排序: 
215