διαφθείρω, διαφθερῶ, διέφθειρα, διέφθαρκα, διέφθαρμαι, διεφθάρην

Search Lemma: 
διαφθείρω
DEFINITION: 
destroy; corrupt
Part of Speech: 
verb: -ω liquid stem
SEMANTIC GROUP: 
War and Peace
FREQUENCY RANK: 
402