A School Grammar of Attic Greek

Thomas Dwight Goodell

VERBS/ The Μι-Conjugation

369. Root-aorist forms are also found, some of them frequently, from

(a) βαίνω (βα:η-) go:
ἔβην, βῶ, βαίην, βῆθι, βῆναι, βᾱ́ς. Subjv. βώ, βῇς βῇ, etc.

-διδρᾱ́σκω (δρα:ᾱ-) run away (only in composition, esp. ἀπο-διδρᾱ́σκω):
ἔδρᾱν, ἔδρᾱς, etc, δρῶ, δρᾷς, etc., δραίην, δρᾶθι, δρᾶναι, δρᾱ́ς.

κτείνω (κτεν-, κτα:η-) kill (root-aor. poetic):
ἔκτᾱν, ἔκτᾱς, ἔκτᾱ; participles κτᾱ́ς, κτάμενος.

ὀνίνημι (ὀνα:η-) benefit (root-aor. intr.):
ὥνήμην, ὀναίμην (365 a), ὄνησο, ὄνασθαι, ὀνήμενος.

πέτομαι (πετ-, πτα:η-) fly:
ἔπτην, πταίην, πτῆναι, πτᾱ́ς (act. poetic),
middle ἐπτάμην, πτάσθαι, πτάμενος.

Root (τλα:η-) endure:
ἔτλην, τλῶ, τλαίην, τλῆθι, τλῆναι, τλᾱ́ς.

Root (πρια-) buy (present ὠνέομαι):
ἐπριάμην, πρίωμαι (365 a), πριαίμην, πρίασθαι, πριάμενος.

φθάνω (φθα:η-) get ahead of:
ἔφθην, φθῶ, φθαίην, φθῆναι, φθᾱ́ς.

(b) σβέννῡμι (σβε:η-) quench:
ἔσβην went out, σβῆναι.

(c) ἁλίσκομαι (ἁλ-, ἁλο:ω-) am captured:
ἑᾱ́λων or ἥλων, ἁλῶ, ἁλοίην, ἁλῶναι, ἁλούς.

βιόω (βιο:ω-) live:
ἐβίων, βιῶ, βιοίην, βιῶναι, βιούς.

(d) φῡ́ω (φυ:ῡ-) produce:
ἔφῡν was born, am, φύω, φῦναι, φῡ́ς.

XML File