A School Grammar of Attic Greek

Thomas Dwight Goodell

Stems in -εσ, -ασ

124.

Stem. . .(τὸ) γενεσ-(τὸ) κρεασ-
Meaning. . .racemeat
Sing. Nom./ Voc. γένοςκρέας
Gen.(γένε-ος) γένους (κρέα-ος) κρέως
Dat.(γένε-ι) γένει (κρέα-ι) κρέαι
Acc.γένοςκρέας
Plur. Nom./ Voc. (γένε-α) γένη (κρέα-ε) κρέᾱ
Gen. γενέ-ων or γενῶν (κρεά-ωv) κρεῶν
Dat.γένε-σικρέα-σι
Acc. (γένε-α) γένη (κρέα-ε) κρέᾱ
Dual Nom./ Acc.(γένε-ε) γένει (κρέα-ε) κρέᾱ
Gen./ Dat.(γενέ-οιν) γενοῖν (κρεά-οιν) κρεῷν

XML File