A School Grammar of Attic Greek

Thomas Dwight Goodell

VERB-LIST

NOTE.--This list is intended to contain all verbs of classical Attic Greek whose forms can cause dificulty to the student. But rare forms are sometimes omitted, especially such as occur only in lyric parts of the drama, or in works not likely to be read until the student is beyond dependence on an elementary grammar. In many doubtfull cases it seemed better to err on the side of inclusion rather than of omission. The forms that belonged to prose or to spoken Attic are in fullfaced type; those in ordinary type belonged to poetry. Yet in some cases a simple verb that appears only in composition in prose is recorded as a prose form; also verbs in -σσω, -ττω, are recorded with σσ, though the regular prose form had ττ. The class of the present system is given after the verb-stem, unless the present belongs to the formative-vowel class or to the root-class.

 

Β                                        


Ἄγαμαι (ἀγα-, 365 and a) admire, ἠγάσθην.

ἀγγέλλω (ἀγγλ-, ι cl.) announce, ἀγγελῶ, ἤγγειλα, ἤγγελκα, ἤγγελμαι, ἠγγέλθην.

ἀγείρω (ἀγερ-, ι cl.) gather, ἤγειρα.

ἄγνῡμι (ἀγ-, ᾱ̓γ, nas. cl.) break, ἄξω, ἔαξα, ἔᾱγα, ἐᾱ́γην.

ἄγω (ἀγ-) lead, ἄξω, ἤγαγον (350, 10), ἦχα, ἦγμαι, ἤχθην.

ἀείρω (ἀερ-, ι cl.) lift, older form of αἴρω, which see.

ᾄδω (ᾀ̄δ-, for ἀειδ-) sing, ᾄ̄σομαι, ᾖσα, ᾔσθην.

αἱδέομαι (αἰδε-) and αἴδομαι (αἰδ-) respect, αἰδέσομαι, ᾔδεσμαι, ᾐδέσθην.

αἰνέω (αἰνε:η-) praise, αἰνέσω, ᾔνεσα, ᾔνεκα, ᾔνημαι, ᾐνέθην.

αἱρέω (αἱρε:η-, ἑλ-) seize, αἱρήσω, εἷλον (350, 9), ᾕρηκα, ᾕρημαι, ἡρέθην.

αἴρω (ᾱ̓ρ-, ι cl.) lift, ᾱ̓ρῶ, ἦρα, ἦρκα, ἦρμαι, ἤρθην.

αἰσθάνομαι (αἰσθ-, αἰσθη-, nas. cl.) perceive, αἰσθήσομαι, ἠσθόμην, ᾔσθημαι.

ἀΐσσω (ἀϊκ-, ι cl.) and ᾄ̄σσω rush, ἀΐξω and ᾄ̄ξω, ἤϊξα and ᾖξα.

αἰσχῡ́νω (αἰσχυν-, ι cl.,421) shame, αἰσχυνῶ, ᾔσχῡνα, ᾐσχύνθην.

ἀκούω (ἀκου-) hear, ἀκούσομαι, ἤκουσα, ἀκήκοα (291 c), ἠκούσθην.

ἀλείφω (ἀλιφ-, ἀλειφ-) anoint, ἀλείψω, ἤλειψα, ἀλήλιφα (291 c), ἀλήλιμμαι, ἠλείφθην.

ἀλέξω (ἀλεξ-, ἀλεκ-) ward off, ἀλέξομαι, ἠλεξάμην.

ἁλίσκομαι (ἁλ-, ἁλο:ω-, incep. cl.) am captured, ἁλώσομαι, ἑᾱ́λων or ἥλων (267, 369 c), ἑᾱ́λωκα or ἥλωκα.

ἀλλάσσω (ἀλλαγ-, ι cl.) change, ἀλλάξω, ἤλλαξα, ἤλλαχα, ἤλλαγμαι (345), ἠλλάχθην and ἠλλάγην.

ἅλλομαι (ἁλ-, ι cl.) leap, ἁλοῦμαι (324) ἡλάμην.

ἀλύσκω (for ἀλυκ-σκω, ἀλυκ-, cp. διδάσκω, incep. cl.) avoid, ἀλύξω, ἤλυξα.

ἁμαρτάνω (ἁμαρτ-, ἁμαρτη-, nas. cl.) err, ἁμαρτήσομαι, ἥμαρτον, ἡμάρτηκα, ἡμάρτημαι, ἡμαρτήθην.

ἀμπ-έχω and ἀμπ-ίσχω (ἀμφί + ἔχω, ῑ̓́σχω) wrap about, put on, ἀμφέξω, ἤμπισχον. Mid. ἀμπέχομαι, ἀμπίσχομαι, ἀμπισχνέομαι have on, ἀμφέξομαι, ἠμπισχόμην and ἠμπ-εσχόμην (cp. 268 d).

ἀμπλακίσκω (ἀμπλακ-, ἀμπλακη-, incep. cl.) miss, ἤμπλακον, ἠμπλάκημαι.

ἀμῡ́νω (ἀμυν-, ι cl.) ward off, ἀμυνῶ, ἤμῡνα.

ἀμφι-γνοέω doubt, impf. ἠμφ-εγνόουν (268 d), ἠμφ-εγνόησα.

ἀνα-βιώσκομαι: see βιόω.

ἀν-ᾱλίσκω (-ᾱ̓λ, -ᾱ̓λο:ω-, incep. cl.) and ἀν-ᾱλόω spend, ἀν-ᾱλώσω, ἀν-ήλωσα, ἀν-ήλωκα, ἀν-ήλωμαι, ἀν-ηλώθην.

ἀν-οίγνῡμι, ἀν-οίγω (see οἴγνῡμι) open, impf. ἀνέῳγον (267 a), ἀν-οίξω, ἀν-έῳξα (267 a), ἀν-έῳχα (291 a), ἀν-έῳγμαι, ἀν-εῴχθην (subjunctive ἀν-οιχθῶ, etc.).

ἀνύω (ἀνυ-) sometimes ἁνύω, also ἁνύτω accomplish, ἀνύσω, ἤνυσα, ἤνυκα, ἤνυσμαι.

ἄνωγα (ἀνωγ-) command, root perfect (370), with present meaning, ἄνωγας, ἄνωγε, imperative ἄνωχθι, ἄνωχθε.

ἀπ-εχθάνομαι (-έχθ-, nas. cl.) become odiοus, ἀπ-εχθήσομαι, ἀπ-ηχθόμην, ἀπήχθημαι.

ἅπτω (ἁφ-, τ cl.) fasten, kindle, ἅψω, ἧψα, ἧμμαι, ἥφθην.

ἀραρίσκω (ἀρ-, incep. cl.) fit, ἦρσα, ἤραρον, ἄρᾱρα.

ἀράσσω (ἀραγ-, ι cl.) bang, slam, ἀράξω, ἤραξα, ἠράχθην.

ἀρέσκω (ἀρε-, incep. cl.) please, ἀρέσω, ἤρεσα, ἠρέσθην.

ἀρκέω (ἀρκε-) assist, suffice, ἀρκέσω, ἤρκεσα.

ἁρμόζω, ἁρμόττω (ἁρμοτ-, ι cl.) fit, ἁρμόσω, ἥρμοσα, ἥρμοσμαι, ἡρμόσθην.

ἄρνυμαι (ἀρ-, nas, cl.) win, ἀροῦμαι, ἠρόμην.

ἀρόω (ἀρο-) plow, ἤροσα, ἡρόθην.

ἁρπάζω (ἁρπαγ-, ἁρπαδ- ι cl.) seize, -ἁρπάσομαι and -ἁρπάσω, ἥρπασα, ἥρπακα, ἥρπασμαι, ἡpπάσθην.

ἀρύω (ἀρυ-) and ἀρύτω draw water, ἤρυσα, ἠρύθην.

ἄρχω (ἀρχ-) am first, begin, rule, ἄρξω, ἦρξα, ἦργμαι, ἤρχθην.

αὐαίνω, αὑαίνω (αὑαν-, ι cl.) dry, αὑανῶ, ηῡ̔́ ηνα, ηὑάνθην.

αὐξάνω (αὐξ- αὐξη-, nas. cl.) and αὔξω increase, αὐξήσω, ηὔξησα, ηὔξηκα, ηὔξημαι, ηὐξήθην.

ἄχθομαι (ἀχθ-, ἀχθεσ-) am vext, ἀχθέσομαι, ἠχθέσθην.


Βαίνω (βα:η-, βαν-, ι cl.) go, βήσομαι (βήσω causative), ἔβην (369 a), ἔβησα (causative), βέβηκα, -βέβαμαι, -ἐβάθην.

βάλλω (βαλ-, βλη-, ι cl.) throw, βαλῶ, ἔβαλον (350, 4), βέβληκα, βέβλημαι ἐβλήθην.

βάπτω (βαφ-, τ cl.) dip, βάψω, ἔβαψα, βέβαμμαι, ἐβάφην, ἐβάφθην.

βαστάζω (βασταδ-, ι cl.) carry, βαστάσω, ἐβάστασα.

βιβάζω (βιβαδ-, ι cl) make go (causative of βαίνω), βιβάσω and βιβῶ (346 b), -ἐβίβασα.

βιβρώσκω (βρο:ω-, incep. cl.) eat, βέβρωκα, βέβρωμαι.

βιόω (βιο:ω-) live, βιώσομαι, ἐβίων (369 c), βεβίωκα, βεβίωμαι. ἀνα-βιώσκομαι revive, ἀνεβίωσα, ἀν-εβίων.

βλάπτω (βλαβ-, τ cl.) injure, βλάψω, ἔβλαψα, βέβλαφα, βέβλαμμαι, ἐβλάφθην, ἐβλάβην.

βλαστάνω (βλαστ-, βλαστη-, nas. cl.) sprout, βλαστήσω, ἔβλαστον, (β)ἐβλάσ-τηκα.

βλέπω (βλεπ-) look, βλέψομαι, ἔβλεψα.

βούλομαι (βουλ-, βουλη-) wish, βουλήσομαι, βεβούλημαι, ἐβουλήθην (266).

βρέχω (βρεχ-) wet, ἔβρεξα, βέβρεγμαι, ἐβρέχθην.

βρῑ́θω (βρῑθ-) am heavy, βρῑ́σω, ἔβρῑσα, βέβρῑθα.

βρῡχάομαι (βρῡχ-, βρῡχα:η-) bellow, βέβρῡχα, βρῡχηθείς.

βῡνέω (βυ:ῡ-, nas. cl.) stop up, βῡ́σω, ἔβῡσα, βέβυσμαι.



Γαμέω (γαμ-, γαμε:η-) marry (active of a man, middle of a woman), γαμῶ, ἔγημα, γεγάμηκα, γεγάμημαι.

γέγωνα, perfect. with present meaning, (γων-) shout, also γεγωνέω (γεγωνε:η-) and γεγωνίσκω (γεγων-, incep. cl.), γεγωνήσω, ἐγεγώνησα.

γελάω (γελα-) laugh, γελάσομαι (322), ἐγέλασα, ἐγελάσθην.

γηθέω (γηθ-, γηθε:η-) rejoice, γηθήσω, ἐγήθησα, γέγηθα.

γηρᾱ́σκω (γηρᾱ-, incep. cl.), also γηράω (γηρα-) grow old, γηρᾱ́σω, ἐγῆρᾱσα, γεγήρᾱκα.

γίγνομαι (γεν-, γον-, γενη-, 257 a) become, γενήσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, γεγένημαι. For γεγώς see 370, (3).

γιγνώσκω (γνο:ω-, incep. cl.) come to know, recognize,γνώσομαι, ἔγνων (366, 367), ἔγνωκα, ἔγνωσμαι, ἐγνώσθην.

γράφω (γραφ-) mark, write, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα, γέγραμμαι, ἐγράφην. (See 341, 346.)



Δάκνω (δακ-, δηκ-, nas. cl.) bite, δήξομαι, ἔδακον, δέδηγμαι, ἐδήχθην.

δαρθάνω (δαρθ-, δαρθη-, nas. cl.) sleep, ἔδαρθον, δεδάρθηκα.

δέδοικα, δέδια, 370, (5).

δείκνῡμι (δεικ-, nas. cl.) point at, 358, 359, 360.

δέρκομαι (δερκ-, δορκ-, δρακ-) see, ἔδρακον, δέδορκα (456 c).

δέρω (δερ-, δαρ-) skin, flay, δερῶ, ἔδειρα, δέδαρμαι, ἐδάρην.

δέχομαι (δεχ-) receive, δέξομαι, ἐδεξάμην, δέδεγμαι, ἐδέχθην.

δέω (δε:η-) bind, δήσω, ἔδησα, δέδεκα, δέδεμαι, ἐδέθην.

δέω (δε-, δεη-) lack, δεήσω, ἐδέησα, δεδέηκα. Impersonal δεῖ there is need, δεήσει, ἐδέησε. Deponent δέομαι ask, request, δεήσομαι, δεδέημαι, ἐδεήθην.

διαιτάω (διαιτα:η-) diet, arbitrate, διαιτήσω, ἐδιῄτησα, δεδιῄτηκα, δεδιῄτημαι, ἐδιῃτήθην.

διδάσκω (διδαχ-, incep. cl., 260 b) teach, διδάξω, ἐδίδαξα, δεδίδαχα, δεδίδαγμαι, ἐδιδάχθην.

-διδᾱ́ρσκω (δρα:ᾱ-, incep. cl.) run away, -δρᾱ́σομαι, -ἔδρᾱν (369 a), -δέδρᾱκαω

δίδωμι, 372, 375.

διψάω (διψα:η, 320) thirst, διψήσω, ἐδίψησα.

διώκω (διωκ-) pursue, διώξομαι, ἐδίωξα, δεδίωχα, δεδίωγμαι, ἐδιώχθην.

δοκέω (δοκ-, δοκε:η-) think, seem, δόξω, ἔδοξα, δέδογμαι, ἐδόχθην. Also δοκήσω, ἐδόκησα, δεδόκηκα, δεδόκημαι, ἐδοκήθην.

δραμοῦμαι: see τρέχω.

δράσσομαι (δραγ-, ι cl.) grasp, ἐδραξάμην, δέδραγμαι.

δράω (δρα:ᾱ-) do, δρᾱ́σω, ἔδρᾱσα, δέδρᾱκα, δέδρᾱμαι, ἐδρᾱ́σθην.

δύναμαι (δυνα:η-, 266, 365 a) can, δυνήσομαι, δεδύνημαι, ἐδυνήθην.

δῡ́ω (δυ:ῡ-) enter, δῡ́σω (causative), ἔδῡσα (causative), ἔδῡν (366, 367), δέδυκα, δέδῡκα, δέδυμαι, ἐδύθην.



Ἐάω (ἐα:ᾱ- 267) let, permit, ἐᾱ́σω, εἴᾱσα, εἴᾱκα (291 a), εἴᾱμαι, εᾱ́ἰθην.

ἐγείρω
(ἐγερ-, ἐγορ-, ἐγρ-, ι cl.) rouse, waken, ἐγερῶ, ἤγειρα, ἠγρόμην, ἐγρήγορα (291 c, 332) am awake, ἐγήγερμαι (291 c), ἠγέρθην.

ἔδομαι, ἐδήδοκα:
see ἐσθίω.

ἕζομαι
(ἑδ- for σεδ-, ι cl.) sit, chiefly in compound with κατά. See καθέζομαι.

ἐθέλω and θέλω (ἐθελ-, ἐθλη-) am willing, ἐθλήσω, θελήσω, ἠθέλησα, ἠθέληκα.

ἐθίζω (ἐθιδ-, ι cl., 267), accustom, ἐθιῶ (346 a), εἴθισα, εἴθικα (291 a), εἴθισμαι, εἰθίσθην.

εἶδον: see ὁράω.

εἰδώς (172), εἰδέναι: see οἶδα.

εἰκάζω (εἰκαδ-, ι cl.) make like, conjecture, εἰκάσω, εἴκασα or ᾔκασα, εἴκασμαι or ᾔκασμαι, εἰκάσθην.

εἰκώς: see ἔοικα.

εἰμι am, 384; εἶμι go, 385.

εἶπον (εἰπ-, aorist) said, 350, 8, and 351; for other tenses see φημι.

εἵργῡμι (εἱργ-, nas. cl.), also εἴργω shut in, εἵρξω, εἷρξα, εἷργμαι, εἵρχθην.

εἴργω (εἰργ-) shut out, εἴρξω, etc., like the preceding, except in the breathing.

εἴωθα am accustomed, pluperfect εἰώθειν, 456 c.

ἐλαύνω (ἐλα-, nas. cl.) drive, ἐλῶ (322 c), ἤλασα, ἐλήλακα (291 c), ἐλήλαμαι, ἠλάθην.

ἐλέγχω (ἐλεγχ-) test, ἐλέγξω, ἤλεγξα, ἐλήλεγμαι (344 b), ἠλέγχθην.

ἑλεῖν, εἷλον: see αἱρέω.

ἐλεύσομαι, ἐλήλυθα: see ἔρχομαι.

ἐλθεῑν, ἦλθον: see ἔρχομαι.

ἑλίσσω (ἑλλικ-, ι cl., 267) and εἱλίσσω wind, ἑλίξω and εἱλίξω, εἵλιξα, εἵλιγμαι, εἱλίχθην.

ἕλκω (ἑλκ-, ἑλκυ-, 267), ἕλξω, εἵλκυσα, εἵλκυκα (291 a), εἵλκυσμαι, εἱλκύσθην. Later, ἑλκύω, ἑλκύσω.

ἐλπίζω (ἐλπιδ-, ι cl.) expect, hope, ἤλπισα, ἠλπίσθην.

ἐμέω (ἐμ-, ἐμε-) vomit, ἐμοῦμαι, ἤμεσα.

ἐμπολάω (ἐμπολα:η-) get by trade, trade in, ἠμπόληκα, ἠμπολήθην.

ἐναντιόομαι, 268 b.

ἐνεγκεῖν, ἤνεγκα, ἤνεγκον, ἐνήνοχα, ἐνήνεγμαι: see φέρω.

ἐνέπω (ἐν + σεπ-, ἑπ-, σπ-), also ἐννέπω (for ἐν-σεπω), ἔνι-σπον (ἐνί-σπω, ἐνί-σποιμι, ἐνί-σπες like σχές and ἐπί-σχες, ἐνι-σπεῖν).

ἐνθῡμέομαι (ἐν + θῡμε:η-) bear in mind, ἐνθῑμήσομαι, ἐντεθῡ́μημαι, ἐνεθῡμήθην.

ἕννῡμι (έ-, older Ϝεσ-, Lat. ves-tio, nas. cl.) clothe, participle εἵμενος. In prose ἀμφιέννῡμι, ἀμφιῶ (for ἀμφιέσω, like τελέω, 322 c), ἀμφιέσομαι, ἠμφίεσα (268 c), ἠμφίεσμαι.

ἐνοχλέω (ἐν + ὀχλε:η- 268 d) annoy, ἠνώχλησα, ἠνώχληκα, ἠνώχλημαι.

ἔοικα (ἰκ-, εἰκ-, οἰκ-) am like, 370, (6).

ἑορτάζω (ἑορταδ-, ι cl.) keep festival, imperfect ἑώρταζον.

ἐπείγω (ἐπειγ-) press forward, ἐπείξομαι, ἠπείχθην.

ἐπιμελέομαι, ἐπιμέλομαι; see μέλω.

ἐπίσταμαι (ἐπιστα:η-, 365 and a) understand, ἐπιστήσομαι, ἠπιστήθην.

ἕπομαι (ἑπ- for σεπ-, σπ-, 267) follow, ἕψομαι, ἑσπόμην (σπῶμαι, σποίμην, σποῦ, σπέσθαι, σπόμενος).

ἐράω and ἔραμαι (ἐρα-) love, ἠράσθην.

ἐργάζομαι (ἐργαδ-, ι cl., 267) wοrk, ἐργάσομαι, εἴργασαμην, εἴργασμαι, εἰργάσθην.

ἔρδω (ἐρδ-, ἐργ-) do, also ἕρδω and ῥέζω (ῥεγ-, ι cl.), ἔρξω and ῥέξω, ἔρξα and ἔρεξα.

ἐρείδω (ἐρειδ-) prop, ἐρείσω, ἤρεισα, ἤρεικα, ἐρήρεισμαι (291 c), ἠρείσθην.

ἐρείπω (ἐριπ-, ἐρειπ-) throw down, ἐρείψω, ἤριπον, ἐρήριπα (291 c), ἐρήριμμαι, ἐρείφθην.

ἐρίζω (ἐριδ-, ι cl.) contend, ἤρισα.

ἕρπω (ἑρπ-, 267) go, creep, ἕρψω. Also ἑρπύζω, εἵρπυσα.

ἔρρω (ἐρρ-, ἐρρη-) go, begone, ἐρρήσω, ἤρρησα.

ἐρῡ́κω (ἐρῡκ-) hold back, ἤρῡξα.

ἔρχομαι (ἐρχ-, ἐλευθ-, ἐλυθ-, ἐλθ-) go, ἐλεύσομαι, ἦλθον (ἐλθέ, 349 a), and ἤλυθον, ἐλήλυθα (291 c).

ἐρῶ, εἴρηκα, ἐρρήθην: see φημι.

ἐρωτάω (ἐρωτα:η-) ask, ἐρωτήσω, ἠρώτησα, ἠρώτηκα. But the common future and aorist are (from ἐρ-, ἐρη-) ἐρήσομαι, ἠρόμην, of which the present ἔρομαι is rare.

ἐσθίω (ἐσθι-, ἐδ-, ἐδε-, ἐδο-, φαγ-) eat, ἔδομαι (without future suffix), ἔφαγον, ἐδήδοκα, ἐδήδεσμαι, ἠδέσθην.

ἑσπόμην: see ἕπομαι.

ἑστιάω (ἑστια:ᾱ-, 267), εἱστίᾱσα, εἱστίᾱκα (291 a), εἱστίᾱμαι, εἱστιᾱ́θην.

εὕδω (εὑδ-, εὑδη-) sleep, εὑδήσω, -εὕδησα. Commonly καθεύδω, which see.

εὑρίσκω (εὑρ-, εὑρ:η, incep. cl.) find, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην.

εὐφραίνω (εὐφραν-) cheer, εὐφρανῶ, ηὔφρᾱνα, ηὐφράνθην.

εὔχομαι (εὐχ-) pray, εὔξομαι, ηὐξάμην, ηὖγμαι.

ἐχθαίρω (ἐχθαρ-) hate, ἐχθαροῦμαι, ἤχθηρα.

ἔχω (σεχ-, ἑχ-, ἐχ-, σχ-, σχε:η-) have, ἕξω and σχήσω, ἔσχον (360, 6), ἔσχηκα, ἔσχημαι, ἐσχέθην. Also present ἴσχω for σισεχω, 257 a.

ἕψω (ἑψ-, ἑψη-) boil, ἑψήσω, ἥψησα.



Ζάω, 320.

ζεύγνυμι (ζυγ-, ζευγ-, nas. cl.) join, yoke, ζεύξω, ἔζευξα, ἔζευγμαι, ἐζεύχθην, ἐζύγην.

ζέω (ζε-) boil, intransitive, ζέσω, ἔζεσα.

ζώννῡμι (ζω- nas. cl.) gird, ἔζωσα, ἔζωμαι and ἔζωσμαι.



Ἥδομαι (ἡδ-) am pleased, ἥσθην.

ἧμαι, 388, 389.

ἠμι, ἦν, ἦ, 383.



Θάλλω (θαλ-, θηλ- ι cl.) bloom, flourish, τέθηλα with present meaning (456 b).

θάπτω (θαπ-, ταφ-, 47 d, τ cl.) bury, θάψω, ἔθαψα, τέθαμμαι, ἐτάφην.

θαυμάζω (θαυμαδ-, ι. cl.) wonder, θαυμάσομαι, ἐθαύμασα, τεθαύμακα, ἐθαυμάσθην.

θέλω: see ἐθέλω.

θέω (θευ-, θε-) run, θεύσομαι.

θιγγάνω (θιγ-, nas. cl.) touch, θίξομαι, ἔθιγον.

θλῑ́βω (θλῑβ-, θλιβ-) squeeze, θλῑ́ψω, ἔθλῑψα, τέθλῑμμαι, ἐθλῑ́φθην, ἐθλίβην.

θνῄσκω, for θνη-ισκω (θαν-, θνη-, incep. cl.) die, θανοῦμαι, ἔθανον, τέθνηκα (370, 4), τεθνήξω (364). In prose regularly ἀποθνῄσκω.

θρέξομαι, ἔθρεξα: see τρέχω.

θρέψω, ἔθρεψα: see τρέφω.

θρύπτω (θρυπ-, τ cl.) weaken, θρύψω, ἔθρυψα, τέθρυμμαι.

θρύσκω (θορ-, θρω-, incep. cl.) leap, θοροῦμαι, ἔθορον.

θὐω (θυ:ῡ-) sacrifice, θῡ́σω, ἔθῡσα, τέθυκα, τέθυμαι, ἐτύθην (47 c).



Ἰδεῖν, εἶδον: see ὁράω.

ἵζω (ἱζ-, ἱζη-,) chiefly in compound with κατά: see καθίζω.

ῑ̔́ημι (ἑ:η-) send, ἥσω, ἧκα (378), εἷκα, εἷμαι, εἵθην, 374, 375.

ἱκνέομαι (ἱκ-, nas. cl.) come, ἵξομαι, ῑ̔κόμην, ἷγμαι. In prose usually ἀφικνέομαι.

ῑ̔λάσκομαι (ῑ̔λα-, incep. cl.) propitiate, ῑ̔λάσομαι, ῑ̔λασάμην, ῑ̔λάσθην.

ἴσμεν, ἴσᾱσι, 386.

ἵστημι (στα:η-) set, station, στήσω, ἔστησα, ἔστην, ἕστηκα (pluperfect sometimes εἱστήκη), ἐστάθην. 362, 363, 364, 366, 367.

ἴσχω: see ἔχω.



Καθαίρω (καθαρ-, ι cl.) cleanse, καθαρῶ, ἐκάθηρα and ἐκάθᾱρα, κεκάθαρμαι, ἐκαθάρθην.

καθέζομαι (κατα + ἑδ-, ι cl.) sit, imperfect ἐκαθεζόμην (268 c) and καθεζόμην, καθεδοῦμαι (for καθεδέσομαι). Cp. καθίζω.

καθεύδω (κατα + εὑδ-, εὑδη-) sleep (imperfect, see 268 c), καθευδήσω.

κάθημαι, 389.

καθίζω (κατά + ἱζ-, ἱζη-) seat, sit, καθιῶ (cp. 346 a), καθιζήσομαι, ἐκάθισα (268 c) and καθῖσα. Cp. καθέζομαι.

καίνω (καν-, ι cl.) kill, κανῶ, ἔκανον. Only in the compound κατακαίνω in prose.

καίω, κᾱ́ω (καυ-, κᾱ-, ι cl., 259 e) burn, καύσω, ἔκαυσα, κέκαυκα, κέκαυμαι, ἐκαύθην.

καλέω (καλε-, κλη-) call, καλῶ (322 c), ἐκάλεσα, κέκληκα, κέκλημαι, ἐκλήθην.

καλύπτω (καλυβ-, τ cl.) cover, καλύψω, ἐκάλυψα, κεκάλυμμαι, ἐκαλύφθην.

κάμνω (κάμ-, κμη-, nas. cl.) labor, am tired, καμοῦμαι, ἔκαμον, κέκμηκᾱ.

κάμπτω (καμπ-, τ cl.) bend, κάμψω, ἔκαμψα, κέκαμμαι, ἐκάμφθην.

κεῑμαι, 387.

κείρω (κερ-, καρ-, ι cl.) shear, κερῶ, ἔκειρα, κέκαρμαι.

κελεύω (κελευ-) bid, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην.

κέλλω (κελ-, ι cl.) bring to shore, κέλσω, ἔκελσα. Cp. ὀκέλλω.

κεράννῡμι (κερα-, κρᾱ-) mix, ἐκέρασα, κέκρᾱμαι, ἐκρᾱ́θην and ἐκεράσθην.

κερδαίνω (κερδαν-, ι cl.) gain, κερδανῶ, ἐκέρδᾱνα (327 a).

κεύθω (κευθ-) hide, κεύσω, ἔκευσα, κέκευθα (456 b).

κήδομαι (κηδ-, κηδε-) sorrow, care for, ἐκηδεσάμην.

κηρῡ́σσω (κηρυκ-, ι cl.) proclaim, κηρῡ́ξω, ἐκήρῡξα, κεκήρῡχα, κεκήρῡγμαι, ἐκηρῡ́χθην.

κιγχάνω (κίχ-, κιχη-, nas. cl.) reach, κιχήσομαι, ἔκιχον.

κίχρημι (χρα:η-) lend, middle borrow, χρήσω, ἔχρησα, κέχρηκα, κέρημαι.

κλάζω (κλαγγ-, ι cl., 259 d) resound, κλάγξω, ἔκλαγξα, κέκλαγγα.

κλαίω, κλᾱ́ω (κλαυ-, κλᾱ- ι cl.) weep, κλαύσομαι, ἔκλαυσα, κέκλαυμάι.

κλάω (κλα-) break, ἔλασα, κέλασμαι, ἐκλάσθην.

κλέπτω (κλεπ-, κλαπ-, κλοπ-, τ cl.) steal,κλέψω, ἔκλεψα, κέκλοφα, κέκλεμμαι, ἐκλάπην.

κλῄω and κλείω (κλῃ-, κλει-) shut, κλῄσω, ἔκλῃσα, κέκλῃκα, κέκλῃμαι, ἐκλῄσθην. Also κλείσω, ἔκλεισα, etc.

κλῑ́νω (κλιν-, κλι-, ι cl.) lean, κλινῶ, ἔκλῑνα, κέκλιμαι, ἐκλίθην, ἐκλίνην.

κναίω (κναι-) scratch, κναίσω, ἔκναισα, κέκναικα, κέκναισμαι, ἐκναίσθην.

κνάω (κνα:η-, 320) scrape, ἔκνησα, ἐκνήσθην.

κομίζω (κομιδ-, ι cl.) carry, κομιῶ (346 a), ἐκόμισα, κεκόμικα, κεκόμισμαι, ἐκομίσθην.

κόπτω (κοπ-, τ cl.) cut, κόψω, ἔκοψα, κέκοφα, κέκομμαι, ἐκόπην.

κορέννῡμι late (κορε-, nas. cl.) sate, κεκόρεσμαι, ἐκορέσθην.

κράζω (κραγ-, κρᾱγ-, ι cl.) cry out, ἔκραγον, κέκρᾱγα.

κραίνω (κραν-, ι cl.) accomplish, κρανῶ, ἔκρᾱνα, ἐκράνθην.

κρέμαμαι (κρεμα:η-) hang, intransitive, κρεμήσομαι.

κρεμάννῡμι (κρεμα-, nas. cl.) hang, transitive, κρεμῶ, ἐκρέμασα, ἐκρεμάσθην.

κρῑ́νω (κριν-, κρι-, ι cl.) judge, κρινῶ, ἔκρῑνα, κέκρικα, κέκριμαι, ἐκρίθην.

κρούω (κρου-) beat, κρούσω, ἔκρουσα, κέκρουκα, κέκρου(σ)μαι, ἐκρούσθην.

κρύπτω (κρυφ-, τ cl.) hide, κρύψω, ἔκρυψα, κέκρυμμαι, ἐκρύφθην, ἐκρύφην.

κτάομαι (κτα:η-) acquire, κτήσομαι, ἐκτησάμην, κέκτημαι. (rarely ἔκτημαι) possess (456 b).

κτείνω (κτεν-, κταν-, κτον-, ι cl.) kill, κτενῶ, ἔκτεινα, ἔκτανον, ἀπ-έκτονα, ἔκταν, (κτα:ᾱ- 369 a). Also ἀπο-κτίννῡμι (κτι-).

κτίζω (κτιδ-, ι cl.) found, κτίσω, ἔκτισα, ἔκτισμαι, ἐκτίσθην.

κυλῑ́ω (κυλῑ-) and κυλίνδω (κυλινδ-) roll, ἐκύλῑσα, κεκύλῑσμαι, ἐκυλῑ́σθην.

κυνέω (κυ-, nas. cl.) kiss, ἔκυσα. προσκυνέω (-κυνε:η-) do homage, regular.

κῡ́πτω (κῡφ-, τ cl.) stoop, κῡ́ψω, ἔκῡψα, κέκῡφα.

κυρέω (κυρ-, κυρε-) happen, κύρσω and κυρήσω, ἔκυρσα and ἐκύρησα.



Λαγχάνω (λαχ-, ληχ-, nas. cl.) get by lot, λήξομαι, ἔλαχον, εἴληχα (291 b), εἴληγμαι, ἐλήχθην.

λαμβάνω (λαβ-, ληβ-, nas. cl.) take, λήψομαι, ἔλαβον (350, 1), εἴληφα (291 b), εἴλημμαι, ἐλήφθην.

λάμπω (λαμπ-) shine, λάμψω, ἔλαμψα, λέλαμπα.

λανθάνω (λαθ-, ληθ-, nas. cl.) lie hid, escape the notice of, λήσω, ἔλαθον, λέληθα, λέλησμαι. Also λήθω.

λάσκω (for λακ-σκω, λακ-, λᾱκ-, λακη-, incep. cl.) speak, λακήσομαι, ἐλάκησα and ἔλακον, λέλᾱκα.

-λέγω (λεγ-) gather, -λέξω, -ἔλεξα, -εἴλοχα (291 b), -εἴλεγμαι, rarely -λέλεγμαι, -ἐλέγην, -ἐλέχθην. Attic in compounds only.

λέγω (λεγ-) speak, λέξω, ἔλεξα (εἴρηκα: see φημι), λέλεγμαι (but δι-είλεγμα, 291 b), ἐλέχθην.

λείπω (λιπ-, λειπ-, λοιπ-) leave, λεῑψω, ἔλιπον (348), λέλοιπα, λέλειμμαι, ἐλείφθην.

λήθω: see λανθάνω.

λούω (λου-) wash, reg. Also λόω (λο-), contracting in the present system, as ἔλου, ἐλοῦμεν, λοῦσθαι, λούμενος.

λῡ́ω (λυ:ῡ-) loose, λῡ́σω, ἔλύσα, λέλυκα, λέλυμαι, ἐλύθην.



Mαίνω (μαν-, ι cl.) madden, ἔμηνα, μέμηνα am mad (456 b); μαίνομαι am mad, ἐμάνην.

μανθάνω (μαθ-, nas. cl.) learn, μαθήσομαι, ἔμαθον, μεμάθηκα.

μάρπτω (μαρπ-, τ cl.) seize, μάρψω, ἔμαρψα.

μαρτῡ́ρομαι (μαρτυρ-, ι cl.; see 423), call to witness, ἐμαρτῡράμην.

μάσσω (μαγ-, ι cl.) knead, μάξω, ἔμαξα, μέμαχα, μέμαγμαι, ἐμάχθην.

μάχομαι (μαχ-, μαχε:η-) fight, μαχοῦμαι (322 c), ἐμαχεσάμην, μεμάχημαι.

μείγνῡμι (μιγ-, μειγ-, nas. cl.) mix, μείξω, ἔμειξα, μέμειγμαι, ἐμείχθην, ἐμίγην.

μέλλω (μελλ-, μελλη-, 266) intend, μελλήσω, ἐμέλλησα.

μέλω (μελ-, μελη-) care for, μελήσω, ἐμέλησα, μεμέληκα, μεμέλημαι, ἐμλήθην. Impersonal μέλι, etc.; otherwise, in Attic prose, only in deponent compounds, ἐπιμέλομαι or ἐπιμελέομαι, ἐπιμλήσομαι, etc., and μεταμέλομαι.

μέμφομαι (μεμφ-) blame, μέμψομαι, ἐμεμψάμην.

μένω (μεν-, μενη-) remain, μενῶ, ἔμεινα, μεμένηκα.

μήδομαι (μηδ-) devise, μήσομαι, ἐμησάμην.

μῑ́γνῡμι, late spelling for μείγνῡμι.

μιμνῄσκω and μιμνήσκω (μνα:η-, incep. cl.) remind, μνήσω, ἔμνησα, μέμνημαι (456 b; subjunctive μεμνώμεθα, optative μεμνῇο, μεμνῇτο, μεμνῄμεθα, also μεμνῷο, μεμνῷτο, μεμνῴμεθα, are found), ἐμνήσθην. In prose ἀναμιμνῄσκω and ὑπομ.

μίμνω = μένω.

μίσγω = μείγνῡμι.

(μολ-) come, future μολοῦμαι, aorist ἔμολον.



Nέμω (νεμ-, vεμη-) distribute, νεμῶ, ἔνειμα, νενέμηκα, νενέμημαι, ἐνεμήθην.

νέω (νυ-, νευ-, 267 b) swim, νευσοῦμαι (326), ἔνευσα, νένευκα.

νίζω (νιγ-, νιβ-, ι cl.) wash, νίψω, ἔνιψα, νένιμμαι.

νομίζω (νομιδ-, ι cl.) think, believe, νομιῶ (346 a), ἐνόμισα, νενόμικα, νενόμισμαι, ἐνομίσθην.



Ξηραίνω (ξηραν-, ι cl.) dry, ξρανῶ, ἐξήρᾱνα, ἐξήρασμαι, ἐξηράνθην.



Ὄζω (ὀδ-, ὀζη-, ι cl) smell, ὀζήσω, ὤζησα.

οἴγνῡμι (οἰγ-, nas. cl.), also οἴγω open; mostly in compounds; see ἀνοίγνῡμι.

οἶδα, 386.

οἰδέω (οἰδε:η-), also οἰδάνω, swell, ᾤδησα, ᾤδηκα.

οἰκτῑ́ρω (οἰκτιρ-, ι cl.) pity, ᾤκτῑρα (late οἰκτείρω, ᾤκτειρα).

οἴομαι, οἶμαι (oἰ-, οἰη-) think (imperfect commonly ᾤμην), οἰήσομαι, ᾠήθην.

οἴσω: see φέρω.

οἴχομαι (οἰχ-, οἰχη-) am gone, οἰχήσομαι, ᾤχηκα.

ὀκέλλω (ὀκελ-, ι cl.) bring to shore, ὤκειλα, prose form of κέλλω.

ὀλισθάνω and ὀλισθαίνω (ὀλισθ-, nas. cl.) slip, ὤλισθον.

ὄλλῡμι, for ὀλνῡμι (ὀλ-, ὀλε-, nas. cl.) lose, destroy, ὀλῶ (cp. 322 c), ὤλεσα, ὠλόμην was lost, ruined, ὀλώλεκα, ὀλωλα (291 c) am lost, ruined. In prose ἀπ-όλλῡμι, etc.

ὄμνυμι (ὀμ-, ὀμο-, nas. cl.) swear, ὀμοῦμαι, ὤμοσα, ὀμώμοκα (291 c), ὀμώμοσμαι, ὠμόθην and ὠμόσθην.

ὀμόργνῡμι (ὀμοργ-, nas. cl.) wipe, ὀμόρξομαι, ὤμορξα. Only compounds in prose.

ὀνίνημι (ὀνα:η-, reduplicated in present, 365) benefit, ὀνήσω, ὤνησα, ὠνήμην (369 a), ὠνήθην.

ὀξῡ́νω (ὀξυν, ι cl.) sharpen, -ὀξυνῶ, ὤξύνα, -ὤξυμμαι, ὠξύνθην. Only compounds in prose.

ὄπωπα, ὄψομαι: see ὁράω.

ὁράω (ὁρα:ᾱ-, ὀπ-, ἰδ- 267 a) see, ὄψομαι, εἶδον (350, 7), ἑόρᾱκα, ἑώρᾱκα (291 a), ὄπωπα (291 c), ἑώρᾱμαι and ὦμμαι, ὤφθην.

ὀρέγω (ὀρεγ-) reach, ὀρέξω, ὤρεξα.

ὄρνῡμι (ὀρ-, nas. cl.) raise, rouse, middle rise, rush, ὄρσω, ὦρσα, ὄρωρα (291 c) am aroused (456 b).

ὀρύσσω (ὀρυγ-, ι cl.) dig, ὀρύξω, ὤρυξα, ὀρώρυχα (291 c), ὀρώρυγμαι, ὠρύχθην.

ὀσφραίνομαι (ὀσφραν-, ὀσφρ-, ὀσφρη-) smell, ὀσφρήσομαι, ὠσφρόμην, ὠσφράνθην.

ὀφείλω (ὀφελ-, ὀφειλη-) owe, ὀφειλήσω, ὤφελον, ὠφείλησα, ὠφείληκα, ὠφειλήθην.

ὀφλισκάνω (ὀφλισκ-, ὀφλ-, ὀφλη-, nas. cl.) lose a suit, am convicted of, or condemned to, ὀφλήσω, ὦφλον, ὤφληκα, ὤφλημαι.



Παίω (παι-, παιη-) strike, παίσω and παιήσω, ἔπαισα, πέπαικα, ἐπαίσθην.

πάλλω (παλ-, ι cl.) shake, ἔπηλα, πέπαλμαι.

(πᾱ-) acquire, πᾱ́σομαι, ἐπᾱσάμην, πέπᾱμαι.

πάσσω (πατ-, ι cl.) sprinkle, πάσω, ἔπασα, ἐπάσθην.

πάσχω (παθ-, πενθ-, πονθ-, incep. cl., 260 b) suffer, πείσομαι (for πενθ-σομαι, 53), ἔπαθον, πέπονθα.

πείθω (πιθ-, πειθ-, ποιθ-) persuade, πείσω, ἔπεισα, ἐπιθόμην, πέπεικα, πέποιθα believe, trust (456 b), πέπεισμαι, ἐπείσθην.

πεινάω (πεινα-) hunger, 320.

πείσομαι: see πάσχω.

πελάζω (πελαδ-, πελα-, πλᾱ, ι cl.), also πελάθω, πλᾱ́θω approach, πελῶ (like ἐλῶ, 322 c), ἐπέλασα, ἐπελάσθην and ἐπλᾱ́θην.

πέμπω (πεμπ-, πομπ-) escort, send, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι (344 a), ἐπέμφθην.

περαίνω (περαν-, ι cl.) go through, finish, περανῶ, ἐπέρᾱνα, πεπέρασμαι, ἐπεράνθην.

πέρθω (περθ-) sack, πέρσω, ἔπερσα. (The prose word is πορθέω.)

πέσσω (πεκ-, πεπ-, ι cl.) cook, πέψω, ἔπεψα, πέπεμμαι, ἐπέφθην.

πετάννῡμι (πετα-, πτα-, nas. cl.) spread, πετῶ (like ἐλῶ, 322 c), ἐπέτασα, πέπταμαι, ἐπετάσθην.

πέτομαι (πετ-, πτ-, πτα:η-, πέτη-) fly, πτήσομαι and πετήσομαι, ἐπτόμην and ἔπτην (369 a).

πεύθομαι = πυνθάνομαι.

πήγνῡμι (πηγ-, παγ-, nas. cl.) fix, πήξω, ἔπηξα, πέπηγα (456 b), ἐπάγην.

πίμπλημι (πλα:η-, present reduplication with inserted μ) fill, πλήσω, ἔπλησα, πέπληκα, πέπλημαι and πέπλησμαι, ἐπλήσθην. In prose only in composition: ἐμπί(μ)πλημι, etc.

πίμπρημι (πρα:η-, with inserted μ as in πίμπλημι) burn, πρήσω, ἔπρησα, πέπρημαι, ἐπρήσθην. In prose ἐμπί(μ)πρημι, etc.

πῑ́νω (πι:ῑ-, πο:ω-, nas. cl.) drink, πίομαι and πῑ́ομαι (without future suffix), ἔπιον, πέπωκα, πέπομαι, ἐπόθην.

πιπρᾱ́σκω (πρᾱ-, incep. cl.) sell, πέπρᾱκα, πέπρᾱμαι, ἐπρᾱ́θην. πωλέω is the common present.

πῑ́πτω (πετ-, πεσ-, πτω-, 257 a) fall, πεσοῦμαι (326), ἔπεσον, πέπτωκα.

πίτνω = πῑ́πτω.

πλάσσω (πλατ-, ι cl.) form, ἔπλασα, πέπλασμαι, ἐπλάσθην.

πλέκω (πλεκ-, πλακ-) plait, twist, ἔπλεξα, πέπλεγμαι, ἐπλάκην, ἐπλέχθην.

πλέω (πλυ-, πλευ-, 257 b) sail, πλεύσομαι and πλευσοῦμαι (like πεσοῦμαι, 326), ἔπλευσα, πέπλευκα, πέπλευσμαι.

πλήσσω (πληγ-, ι cl.) strike, πλήξω, ἔπληξα, πέπληγα, πέπληγμαι, ἐπλήγην.

πλῡ́νω (πλυν-, πλυ-, ι cl.) wash, πλυνῶ, ἔπλῡνα, πέπλυμαι, ἐπλύθην.

πνέω (πνυ-, πνευ-, 257 b) breathe, blow, πνεύσομαι and πνευσοῦμαι (like πεσοῦμαι, 326), ἔπνευσα, πέπνευκα.

πνῑ́γω (πνῑγ-, πνιγ-) choke, πνῑ́ξω, ἔπνῑξα, πέπνιγμαι, ἐπνίγην.

(πορ-, πρω-) give, allot, ἔπορον, πέπρωται it is fated.

πρᾱ́σσω (πρᾱγ-, ι cl.) do, πρᾱ́ξω, ἔπρᾱξα, πέπρᾱγα and πέπρᾱχα, πέπρᾱγμαι, ἐπρᾱ́χθην.

πρίασθαι, ἐπριάμην: see ὠνέομαι.

πρῑ́ω (πρῑ-) saw, ἔπρῑσα, πέπρῑσμαι, ἐπρσθην.

πτάρνυμαι (πταρ-, nas. cl.) sneeze, ἔπταρον.

πτήσσω (πτηκ-, ι cl.) crouch, cower, ἔπτηξα, ἔπτηχα.

πτύσσω (πτνχ-, ι cl.) fold, πτύξω, ἔπτυξα, ἔπτυγμαι, ἐπτύχθην.

πτῡ́ω (πτυ:ῡ-) spit, ἔπτυσα.

πτώσσω = πτήσσω.

πυνθάνομαι (πυθ-, πευθ-, nas, cl.) inquire, hear, πεύσομαι, ἐπυθόμην, πέπυσμαι.



Ῥαίνω (ῥαν-, ι cl.) sprinkle, ῥανῶ, ἔρρᾱνα, ἐρράνθην.

ῥάπτω (ῥαφ-, τ cl.) sew, stitch, ῥάψω, ἔρραψα, ἔρραμμαι, ἐρράφην.

ῥέζω: see ἔρδω.

ῥέω (ῥυ-, ῥευ-, ῥυη-, 257 b) flow, ῥεύσομαι and ῥυήσομαι, ἐρρέηκα, ἐρρύην.

ῥήγνῡμι (ῥηγ-, ῥωγ-, ῥαγ-, nas. cl.) break, ῥήξω, ἔρρηξα, ἔρρωγα, ἐρράγην.

ῥῑ́πτω (ῥῑφ,- ῥιφ-, τ cl.), also ῥῑπτέω (ῥῑπτε) throw, ῥῑ́ψω, ἔρρῑψα, ἔρρῑφα, ἔρρῑμμαι, ἐρρῑ́φθην and ἐρρίφην.

ῥῡ́ομαι (ῥῡ-) preserve, ῥῡ́σομαι, ἐρρῡσάμην.

ῥώννῡμι late (ῥω-, nas. cl.) strengthen, -ἔρρωσα, ἔρρωμαι, ἐρρώσθην.



Σαίνω (σαν-, ι cl.) fawn upon, ἔσηνα.

σαίρω (σαρ-, σηρ-, ι cl.) sweep, ἔσηρα, σέσηρα grin.

σαλπίζω (σαλπιγγ-, ι cl.) blow trumpet, ἐσάλπιγξα.

σάττω (σαγ-, ι cl.) pack, σέσαγμαι.

σβέννυμι (σβε:η-, nas. cl.) quench, σβέσω, -σβήσομαι, ἔσβεσα, ἔσβην (369 b), -ἔσβηκα (456 b), ἐσβέσθην.

σείω (σει-) shake, σείσω, ἔσεισα, σέσεικα, σέσεισμαι, ἐσείσθην.

σημαίνω (σημαν-, ι cl.) show, σημανῶ, ἐσήμηνα, σεσήμασμαι, ἐσημάνθην.

σήπω (σηπ-, σαπ-) make rot, σήψω, σέσηπα (456 b), ἐσάπην.

σκάπτω (σκαφ-, τ cl.) dig, σκάψω, ἔσκαψα, ἔσκαφα, ἔσκαμμαι, ἐσκάφην.

σκεδάννῡμι (σκεδα-, nas. cl.) scatter, σκεδῶ (like ἐλῶ, 322 c),ἐσκέδασα, ἐσκέδασμαι, ἐσκεδάσθην. Also present σκίδνημι.

σκέπτομαι (σκεπ-, τ cl.) view, more often σκοπέω in the present system, σκέψομαι, ἐσκεψάμην, ἔσκεμμαι.

σκήπτω (σκηπ-, τ cl.) prop, σκήψω, ἔσκηψα, ἔσκημμαι, ἐσκήφθην.

σκοπέω, in the present system for σκέπτομαι.

σκώπτω (σκωπ-, τ cl.) jeer, σκώψομαι, ἔσκωψα, ἐσκώφθην.

σπάω (σπα-) draw, σπάσω, ἔσπασα, ἔσπακα, ἔσπασμαι, ἐσπάσθην.

σπείρω (σπερ-, σπαρ-, ι cl.) sow, σπερῶ, ἔσπειρα, ἔσπαρμαι, ἐσπάρην.

σπένδω (σπενδ-) pour a libation, σπείσω (53), ἔσπεισα (53), ἔσπεισμαι.

σπεύδω (σπευδ-) hasten, σπεύσω, ἔσπευσα.

στάζω (σταγ-, ι cl.) drop, ἔσταξα.

στείβω (στειβ-, στιβη-) tread, ἔστειψα, ἐστίβημαι.

στέλλω (στελ-, σταλ-, ι cl.) equip, send, στελῶ, ἔστειλα (331), ἔσταλκα, ἔσταλμαι, ἐστάλην.

στενάζω (στεναγ-, ι cl.) groan, στενάξω, ἐστέναξα.

στέργω (στεργ-, στοργ-) love, στέρξω, ἔστερξα, ἔστοργα.

στερέω (στερε-), στερίσκω (στερ-, incep. cl.) deprive, στερήσω, etc. στέρομαι (στερ-) am in want.

στίζω (στιγ-, ι cl.) prick, στίξω, ἔστιγμαι.

στόρνυμι (στορ-, nas. cl.) spread, στορῶ (like τελῶ, 322 c), ἐστόρεσα.

στρέφω (στρεφ-, στροφ-, στραφ-) turn, στρέψω, ἔστρεψα, ἔστροφα, ἔστραμμαι, ἐστράφην.

στρώννῡμι (στρω-, nas. cl.) spread, στρώσω, ἔστρωσα, ἔστρωμαι, ἐστρώθην.

σφάζω and σφάττω (σφαγ-, ι cl.) slay,σφάξω, ἔσφαξα, ἔσφαγμαι, ἐσφάγην.

σφάλλω (σφαλ-, ι cl.) trip, σφαλῶ, ἔσφηλα, ἔσφαλμαι, ἐσφάλην.

σῴζω (for σωΐζω, σωιδ-, σω-, ι cl.) save, σώσω, ἔσωσα, σέσωκα, σέσωμαι and σέσωσμαι, ἐσώθην.



Tαράσσω (ταραχ-, ι cl.) disturb, ταράξω, ἐτάραξα, τετάραγμαι, ἐταράχθην.

τάσσω (ταγ-, ι cl.) arrange, τάξω, ἔταξα, τέταχα, τέταγμαι, ἐτάχθην.

ταφῆναι, ἔτάφην: see θάπτω.

τείνω (τεν-, τα-, ι cl.) stretch, τενῶ, ἔτεινα, τέτακα, τέταμαι, ἐτάθην.

τεκεῖν, ἔτεκον: see τίκτω.

τεκμαίρω rare, τεκμαίρομαι (τεκμαρ-, ι cl.) fix by a mark, infer, τεκμαροῦμαι, ἐτεκμηράμην.

τελέω (τελε-) finish, τελῶ (322 c), ἐτέλεσα, τετέλεκα, τετέλεσμαι (322, a, b), ἐτελέσθην.

τέλλω (τελ-, ι cl.) cause to rise, rise, ἔτειλα, -τέταλμαι. More frequent in composition: ἀνατέλλω, ἐντέλλομαι.

τέμνω (τεμ-, ταμ-, τμη-, nas. cl.) cut, τεμῶ, ἔτεμον and ἔταμον, τέτμηκα, τέτμημαι, ἐτμήθην.

τέρπω (τερπ-) delight, τέρψω, ἔτερψα, ἐτέρφθην.

τεύχω (τυχ-, τευχ-) make, τεύξω, ἔτευξα, τέτυγμαι.

τήκω (τακ-, τηκ-) melt, τήξω, ἔτηξα, τέτηκα (456 b), ἐτάκην.

τίθημι: see 375, 372.

τίκτω (τεκ-, τοκ-, 257 a) bear, τέξομαι, ἔτεκον, τέτοκα.

τίνω (τι:ῑ-, τει-) pay, τείσω, ἔτεισα, τέτεικα, τέτεισμαι, ἐτείσθην. Later, and often in our editions, τῑ́σω, ἔτῑσα, etc.

τιτρώσκω (τρω-, incep. cl.) wound, τρώσω, ἔτρωσα, τέτρωμαι, ἐτρώθην.

(τλα:η-) endure, τλήσομαι, ἔτλην (369 a), τέτληκα.

τρέπω (τρεπ-, τροπ-, τραπ-) turn, τρέψω, ἔτρεψα, τέτροφα, τέτραμημαι, ἐτράπην, ἐτρέφθην.

τρέφω (τρεφ- for θρεφ-, 47 d, τροφ-, τραφ-) nourish, θρέψω, ἔθρεψα, τέτροφα, τέθραμμαι, ἐτράφην.

τρέχω (τρεχ- for θρεχ-, 47 d, δραμ-, δραμη-) run, δραμοῦμαι, ἔδραμον, δεδράμηκα, δεδράμημαι. Also rarely -θρέξομαι, ἔθρεξα.

τρέω (τρε-) tremble, ἔτρεσα.

τρῑ́βω (τρῑβ-, τριβ-) rub, τρῑ́ψω, ἔτρῑψα, τέτριφα, τέτρῑμμαι, ἐτρῑ́φθην, ἐτρίβην.

τρώγω (τρωγ-, τραγ-) gnaw, τρώξομαι, ἔτραγον, τέτρωγμαι.

τυγχάνω (τυχ-, τευχ-, τυχη-, nas. cl.) happen, τεύξομαι, ἔτυχον, τετύχηκά.

τύπτω (τυπ-, τυπτη-, τ cl.) strike, τυπτήσω, ἐτύπην.

τῡ́φω (τῑφ-, τυφ, for θυφ, 47 d) smoke, τέθῡμμαι, ἐτύφην.



Ὑπισχνέομαι (ὑπο + ἰσχ-, σχ-, σχη-, nas. cl.) promise, ὑποσχήσομαι, ὑπεσχόμην, ὑπέσχημαι. Cp. ἔχω.

ὑφαίνω (ὑφαν-, ι cl.) weave, ὑφανῶ, ῡ̔́φηνα, ῡ̔́φασμαι, ὑφάνθην.

ῡ̔́ω (-) rain, ῡ̔́σω, ὗσα, ὗσμαι, ῡ̔́σθην.



Φαγεῖν, ἔφαγον; see ἐσθίω.

φαίνω (φαν-, φην-, ι cl.) show, φανῶ, ἔφηνα, πέφαγκα, πέφηνα (332), πέφασμαι (339), ἐφάνην, ἐφάνθην (337).

φάργνῡμι = φράγνῡμι.

φείδομαι (φειδ-) spare, φείσομαι, ἐφεισάμην.

φέρω (φερ-, οἰ-, ἐνεγκ-, ἐνεκ-, ἐνοκ-) bear, οἴσω, ἤνεγκον and ἤνεγκα, ἐνήνοχα (291 c), ἐνήνεγμαι, ἠνέχθην.

φεύγω (φυγ-, φευγ-) flee, φεύξομαι and φευξοῦμαι (326), ἔφυγον, πέφευγα.

φημι (φα:η-, 382) say, φήσω, ἔφησα. Also (ἐρ-, ῥε:η-) ἐρῶ, εἴρηκα (291 b), εἴρημαι, ἐρρήθην. See also εἶπον.

φθάνω (φθα:η-, nas. cl.), anticipate, φθήσομαι and φθάσω, ἔφθασα, ἔφθην (369 a).

φθείρω (φθερ-, φθαρ-, φθορ-) corrupt, φθερῶ, ἔφθειρα, ἔφθαρκα, ἔφθορα, ἔφθαρμαι, ἐφθάρην.

φθίνω (φθι-, φθιν-) waste, perish, φθίσω, ἔφθισα, ἔφθιμαι.

φράγνῡμι (φραγ-, nas. cl.), also φράσσω (ι cl.) enclose, ἔφραξα, πέφραγμαι, ἐφράχθην.

φράζω (φραδ-, ι cl.) tell, φράσω, ἔφρασα, πέφρακα, πέφρασμαι, ἐφράσθην.

φρῑ́σσω (φρῑκ-, ι cl.) bristle, shudder, ἔφρῑξα, πέφρῑκα.

φρῡ́γω (φρῡγ-) roast, φρῡξω, ἔφρῡξα, πέφρῡγμα.

φυγγάνω (φυγ-, nas. cl.) = φεύγω.

φυλάσσω (φυλακ-, ι cl.) guard, φυλάξω, ἐφύλαξα, πεφύλαχα, πεφύλαγμαι, ἐφυλάχθην.

φῡ́ρω (φυρ-, φῡρ-) mix, πέφυρμαι.

φῡ́ω (φυ:ῡ-) produce, φῡ́σω, ἔφῡσα, ἔφῡν (369 d), πέφῡκα (456 b).



Χαίρω (χαρ-, χαρε:η-, χαιρη-, ι cl.) rejoice, χαιρήσω, κεχάρηκα, κεχάρημαι, ἐχάρην.

χαλάω (χαλα-) loosen, ἐχάλασα, ἐχαλάσθην.

χάσκω (χα-, χαν-, χην-, incep. cl.) gape, χανοῦμαι, ἔχανον, κέχηνα.

χέω (χυ-, χευ-, 257 b) pour, χέω (without future suffix), ἔχεα, κέχυκα, κέχυμαι, ἐχὐθην.

χόω (χο:ω-) heap, χώσω, ἔχωσα, κέχωκα, κέχωσμαι, ἐχώσθην.

χράομαι (χρα:η-, 320) use, χρήσομαι (317 a), ἐχρησάμην κέχρήμαι, ἐχρήσθην.

χράω (χρα:η-, 320) give an oracle, χρήσω, ἔχρησα, ἐχρήσθην.

χρή, 390. ἀπόχρη it suffices, infinitive ἀποχρῆν, imperfect ἀπέχρη.

χρῑ́ω (χρῑ-) annoint, sting, χρῑ́σω, ἔχρῑσα, κέχρῑμαι and κέχρῑσμαι, ἐχρῑ́σθην.

χρῴζω, χροΐζω (χρῳδ-, χροϊδ-, ι cl), χρώννῡμι (χρω-, nas. cl.) color, κέχρωσμαι, ἐχρώσθην.



Ψεύδω (ψευδ-) deceive, ψεύσω, ἔψευσα, ἔψευσμαι, ἐψεύσθην.

ψῡ́χω (ψυχ-, ψῡχ-) cool, ψῡ́ξω, ἔψῡξα, ἔψῡγμαι, ἐψῡ́χθην and ἐψύχην.



Ὠθέω (ὠθ-, ὠθε-, 267) push, ὤσω, ἔωσα, ἔωσμαι (291 a), ἐώσθην.

ὠνέομαι (ὠνε:η-, πρια-, 267) buy, ὠνήσομαι, ἐπριάμην (369 a), ἐώνημαι (291 a), ἐωνήθην.